Η ιστορία της PMRC (Parents Music Resource Center)


Ο ακτιβισμός έχει εδώ και πολλά χρόνια μια προοδευτική χροιά σαν έννοια, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων θετική. Εν προκειμένω όμως, η ροκ μουσική ήταν ένα από τα ελάχιστα πεδία όπου ο ακτιβισμός φόρεσε το πιο γυαλιστερό κουστούμι του συντηρητισμού, δίνοντας στο πέρασμα του χρόνου πολλές ιστορίες καθημερινής τρέλας και φοβίας για τον αποπροσανατολισμό της νεολαίας. Εδώ και πολλές δεκαετίες, ο μουσικός κόσμος έχει έρθει αντιμέτωπος με πολλές προσπάθειες επιβολής λογοκρισίας στη δισκογραφία, παραδείγματα που ξεκίνησαν φυσικά από τη μεταπολεμική Αμερική, βρίσκοντας ωστόσο πρόσφορο έδαφος και στην Ευρώπη της αντίστοιχης εποχής. Μια Ευρώπη η οποία επούλωνε τις πληγές του Β’ Παγκοσμίου, ενώ φυσικά η ισχυρότατη Σοβιετική επιρροή ανακάλυπτε ουκ ολίγες μορφές του διαβόλου στην ολοένα και αναπτυσσόμενη τότε Δύση. Καμία περίπτωση από τις προαναφερθείσες πάντως δεν έχει γράψει τόσο ξεχωριστή ιστορία, όσο η ξακουστή σε όλους μας οργάνωση PMRC, το πνευματικό παιδί της Tipper Gore, τέως πλέον σύζυγο του Al Gore, πάλαι ποτέ ισχυρού πολιτικού άντρα των ΗΠΑ. Κι αν αυτά τα ονόματα δε σας λένε το παραμικρό, σίγουρα τα μάτια σας έχουν παραπέσει κάποια στιγμή στα παρακάτω αυτοκόλλητα.




Η Mary Elizabeth “Tipper” Gore λοιπόν, περί ης ο λόγος, γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου του 1948 στην Ουάσιγκτον. Το παρατσούκλι “Tipper” προήλθε από το γνωστό νανούρισμα “Tippy Tippy Tin”, που τραγούδησε το παιδί θαύμα τότε του Αμερικανικού σινεμά Janet Burston, το 1940 στη θεματική ενότητα Our Gang. Οι γονείς της χώρισαν σε μικρή ηλικία και έτσι μεγάλωσε με τη μητέρα και τη γιαγιά της στο Arlington της Virginia. Σπούδασε στο Harvard ενώ πήρε το bachelor στον τομέα της Ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Στον ελεύθερο της χρόνο παίζει τύμπανα, συμμετέχει μάλιστα και στο all female συγκρότημα “The Wildcats”. Το 1965 θα γνωρίσει τον Al Gore στον “prom” του τελευταίου και πολύ γρήγορα θα γίνουν ζευγάρι. Θα παντρευτούν το 1970 και η Tipper θα εργαστεί ως φωτογράφος σε εφημερίδες μέχρι το 1976, χρονιά που ο Al θα περάσει για πρώτη φορά τις πύλες του Κονγκρέσου. Το ζευγάρι θα αποκτήσει τέσσερα παιδιά εκ των οποίων το μεγαλύτερο, η γεννημένη το 1973 Karenna, θα παίξει το σημαντικότερο ρόλο στην ιστορία της PMRC. Στην ηλικία των 11 ετών θα περιπέσει στην κατοχή το φρέσκο τότε Purple Rain του Prince και η μικρή θα ενθουσιαστεί με το τραγούδι “Darling Nikki”. Μια ματιά στους στίχους του τραγουδιού φτάνουν και περισσεύουν για να καταλάβει κανείς πως φάνηκε το όλον, στο μυαλό της μεγαλωμένης σε συντηρητικό περιβάλλον μητέρας της, Tipper. Αναλαμβάνει δράση και με τη συμβολή της Susan Baker, συζύγου του Υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Reagan και σημαίνον στέλεχος της αντίστοιχης του Bush Junior, James Baker, καθώς και άλλων συζύγων βουλευτών της εποχής, εξαπολύει την πλέον οργανωμένη επίθεση που γνώρισε ποτέ η ροκ βιομηχανία. Το όνομα αυτής PMRC (Parents Music Resource Center). 



Από την καθαρά πολιτική σκοπιά του θέματος, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την PMRC ως ένα βήμα προς τα αριστερά για τους Ρεπουμπλικάνους και ένα βήμα προς τα δεξιά για τους Δημοκρατικούς. Κι αυτό διότι η παρέμβαση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης στη μουσική, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε βιομηχανικό επίπεδο, κάτι τέτοιο συνιστούσε και συνιστά. Ο όρος “Δημόσιο συμφέρον” πρωτοπαρουσιάστηκε το 1927 και στο Νόμο περί Ραδιοφώνου εκείνης της χρονιάς, όπως και οι Ομάδες Δημοσίου Συμφέροντος (Public Interest Groups με το ατυχές αρκτικόλεξο PIGs). Ωστόσο με την PMRC, ήταν η πρώτη φορά που ένα τέτοιο group είχε την υπόσταση ενός ισχυρού πολιτικού lobby. Τα μέλη της είχαν άμεση πρόσβαση σε ακροάσεις του Κονγκρέσου και άμεση επαφή με νομοθέτες της εποχής. Και ήταν οι δύο αυτοκτονίες νεαρών μετά από ακροάσεις τραγουδιών των Ozzy Osbourne και Judas Priest οι οποίες ενέπνευσαν το βασικό concept της οργάνωσης. Την αρχή έκανε ένα άλλο lobby, η Parents Teachers’ Association (PTA) με έδρα το Σινσινάτι. Με τον ισχυρισμό πως η ροκ μουσική είναι τόσο επικίνδυνη για τη νεολαία όσο τα τσιγάρα, η οργάνωση έθεσε το θέμα του “προστατευτικού” μηνύματος στα εξώφυλλα των δίσκων, αντίστοιχο με αυτά που βρισκόταν σε κάθε πακέτο τσιγάρα. Το αρχικό αίτημα απορρίφθηκε, ωστόσο με τη δημιουργία και την άνοδο της PMRC, η PTA θα έβρισκε έναν εξαιρετικά ισχυρό σύμμαχο. Η PMRC άρχισε να αναλαμβάνει δράση. Η πρώτη ενέργεια της οργάνωσης ήταν μια επιστολή προς το επίσημο όργανο της Αμερικανικής Μουσικής Βιομηχανίας, την Recording Industry Association, ως προς την συγγραφή αυστηρών οδηγιών για την κατάταξη μουσικών κομματιών ανάλογα με την “επικινδυνότητα” τους και το είδος αυτής. Πιο συγκεκριμένα οι κατηγορίες ήταν βλασφημία, αποκρυφισμός, ναρκωτικά και αλκόολ και τέλος η βία και η πρόκληση της. Σύμφωνα με το συγγραφέα και podcaster Eric Nuzum και το βιβλίο του “Parental Advisory / Music Censorship in America” του 2001, οι βασικές απαιτήσεις της PMRC συνοψίστηκαν στα εξής: 

1) Να εκτυπώνονται οι στίχοι στα εσώφυλλα των δίσκων 2) Να περιορίζονται από τις εταιρείες τα προκλητικά εξώφυλλα 3) Να θεσπιστεί σύστημα αξιολόγησης και επικινδυνότητας για τους δίσκους όπως και για τις ταινίες 4) Να θεσπιστεί σύστημα αξιολόγησης και επικινδυνότητας για τις συναυλίες 5) Να επανεξεταστούν συμβόλαια καλλιτεχνών που εμπλέκονται σε περιπτώσεις βίας και ακραίας σεξουαλικής συμπεριφοράς την ώρα της συναυλίας και  6) Να θεσπιστεί παρατηρητήριο των media που θα πιέζει τα τηλεοπτικά δίκτυα να μην φιλοξενούν αμφίβολες περιπτώσεις καλλιτεχνών


Στο πλαίσιο της υποστήριξης της υπόθεσης της, η οργάνωση έδωσε στη δημοσιότητα μία από τις πλέον διάσημες λίστες στην ιστορία της μουσικής, τα λεγόμενα “Filthy 15“. Μια σειρά 15 τραγουδιών που κατά τη γνώμη των μελών της PMRC προέτρεπαν την αμερικανική νεολαία στην άσκηση βίας, στον αποκρυφισμό, στη βλασφημία, στα ναρκωτικά και το αλκοόλ, σε ακραία σεξουαλική συμπεριφορά. Τραγούδια που μια ματιά να ρίξεις κανείς μπορεί να αντιληφθεί τη δημοφιλία τους.




Το όλο θέμα φυσικά δε σταμάτησε εκεί. Βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος πάνω στη δίψα του φιλόδικου μέσου Αμερικανού, η PMRC θα ζητήσει ακρόαση από τη Γερουσία στις 19 Σεπτεμβρίου του 1985, καταμεσής της διακυβέρνησης Reagan. Από την άλλη μεριά της ιστορίας (την σωστή), ο Frank Zappa, ο Dee Snider και ο μεγάλος John Denver, υπερασπίζονταν με πάθος την καλλιτεχνική ελευθερία. Με τα σημερινά δεδομένα, η πεντάωρη εκείνη ακρόαση μοιάζει με ένα κρεσέντο πουριτανισμού, με μπόλικες δόσεις αποπροσανατολισμένης παιδοψυχολογίας και απόψεων περί λογοκρισίας. Εν έτει 1985, έμοιαζε ο υπέρ πάντων αγώνας για τις συζύγους εκείνων οι οποίοι είχαν τις τύχες του κόσμου στα χέρια τους. Δύο χρόνια αργότερα, το 1987, θα εκδόσει το βιβλίο “Raising PG Kids in an X-Rated Society”, μέσα στο οποίο θα γράψει χαρακτηριστικα: “Όπως πολλοί γονείς, έτσι κι εγώ μεγάλωσα ακούγοντας και αγαπώντας τη ροκ μουσική… κάτι συνέβη όμως από τις μέρες του “Twist and Shout””. Το οξύμωρο φυσικά είναι η ίδια η θεματολογία του Twist and Shout, ξεκάθαρα σεξουαλικού περιεχομένου. O Dee Snider θα υπεραπιστεί την τέχνη του και συγκεκριμένα το κομμάτι “Under the Blade” από τον ομώνυμο δίσκο. Θα ισχυριστεί ότι το έγραψε για ένα πρόβλημα υγείας ενός μέλους της μπάντας και σε καμία περίπτωση για τις όποιες τάσεις σαδομαζοχισμού ισχυριζόταν η Tipper Gore. Θα κάνει σαφές ότι πρόκειται για υπόθεση της πρώτης τροποποίησης του Αμερικανικού Συντάγματος (First Amendment) περί ελευθερίας του λόγου, κι ότι κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιο είναι το νόημα ενός τραγουδιού ή ενός πίνακα. Η πανκ κοινότητα δε μένει άπραγη και προσωπικότητες όπως ο Joey Ramone και ο πολυπράγμων ακτιβιστής Jello Biafra των Dead Kennedys, ήρθαν σε ευθεία κόντρα με την οργάνωση και τις προσπάθειες επιβολής λογοκρισίας. Ο μεγάλος Frank Zappa, επίσης δε θα μασήσει τα λόγια του:



“Είναι ατυχές το γεγονός ότι η PMRC προτιμά να διαχύσει heavy metal μουσική μετά από “ομοσπονδιακή απολύμανση” παρά κάποιο άλλο είδος πιο ανεβαστικό. Ίσως είναι ένδειξη του γούστου των μελών της οργάνωσης, ή μπορεί να είναι μια διακήρυξη της αδιαφορίας αυτής της κυβέρνησης για τις τέχνες στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Φυσικά δεν είναι τίποτα από τα δύο. Δεν μπορείς να αποσπάσεις την προσοχή του κόσμου από έναν άδικο φόρο, προσποιούμενος τον εκτιμητή μουσικής. Για το τελευταίο θα χρειαστείς σεξ, και πολύ μάλιστα. Η εφαρμογή ενός rating system, εθελοντικού ή μη, ανοίγει την πόρτα σε μια ατέλειωτη παρέλαση Προγραμμάτων Ελέγχου της Ηθικής, βασισμένη σε “Αυτά που δε συμπαθούν ορισμένοι Χριστιανοί”. Τι θα γίνει αν οι σύζυγοι της Ουάσινγκτον απαιτήσουν ένα μεγάλο κίτρινο “J” για κάθε έργο που προέρχεται ή αποδίδεται από Εβραίους, ώστε να προστατέψει τα παιδιά από ένα κεκαλυμμένο Σιωνιστικό δόγμα;”. 


Παρόλα αυτά ο Zappa έκανε ένα μικρό λάθος. Ή τουλάχιστον δεν μπορούσε τότε να αντιληφθεί το ότι όλο αυτή η εκστρατεία θα είχε τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιθυμητά για την PMRC, θα κατέληγε boomerang.  To λογότύπο “Parental Advisory – Explicit Content” θα γίνει ένα ξεχωριστό brand από μόνο του. Η εκτύπωση του σε εξώφυλλα δίσκων θα παρακινήσει κάθε νέο με έμφυτη περιέργεια και αντιδραστικότητα στην αγορά του. Το λογότυπο θα εμφάνιστει σε μπλούζες, καπέλα και κάθε μορφής merchandise. Θα μπορούσε κανείς να πει πως απλά είχαμε μια εφαρμογή του παλιού ρητού “Λέγε ό,τι θες για μένα αρκεί να λες σωστά το όνομα μου”, όμως η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Ο χαρακτηρισμός συγκεκριμένων έργων μουσικής ως επικίνδυνα και προκλητικά, ειδικά σε μια περίοδο όπως τα 80s όταν κι ο κόσμος αγόραζε μαζικά βινύλια και σχετικό merchandise, “γαργάλισε” την περιέργεια της νεολαίας με αποτέλεσμα οι πωλήσεις ορισμένων καλλιτεχνών να εκτοξευτούν και άλλοι να αποκτήσουν δημοσιότητα από το πουθενά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο φυσικά. Ήταν το ίδιο το κούνημα των γοφών του Elvis Presley που εξόργιζε τους γονείς και γοήτευσε τους νέους της εποχής. Και ήταν η ίδια η ωμή επαναστικότητα και το anti-establishment αίσθημα του Punk Rock, που έπρεπε να μετονομαστεί σε new-wave, ώστε να μην πάει χαμένο ως πηγή πλούτου για τις δισκογραφικές και τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Σε μεγάλο βαθμό, η εν λόγω νοητή κόντρα συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες, με τους παραδοσιακούς rockers να χλευάζουν τη γιγάντωση του alternative στα 90s και να απορρίπτουν σχεδόν ολοκληρωτικά τα ροκ παρακλάδια από το millenium και μετά. Απλά η PMRC με την Tipper Gore, σε μια πρώιμη “ok boomer” στιγμή, αποτέλεσαν και αποτελούν την πλέον οργανωμένη απόπειρα επιβολής λογοκρισίας και περιορισμών.



Η δράση της PMRC μειώθηκε κατά πολύ τα επόμενα χρόνια, κυρίως λόγω του ιδιαίτερα φορτωμένου προγράμματος της Tipper Gore. Συνεισέφερε με διάφορους τρόπους σε κάθε προεκλογική εκστρατεία του τέως συζύγου της, ενώ το 1990 ίδρυσε την οργάνωση “Tennessee, Voices for Children” ώστε να προειδοποιήσει τους νέους για κινδύνους σχετιζόμενους με την ψυχική υγεία και την χρήση ουσιών. Οι πάλαι ποτέ εχθροί της δεν είδαν ποτέ ουσιαστικά τις πωλήσεις δίσκων τους να πέφτουν, ενώ επιτέλους στο πρόσφατο και μη παρελθόν απολαύσαμε κάποιους ζωντανά και στη χώρα μας. Σήμερα που οι διεργασίες της μουσικής βιομηχανίας έχουν αλλάξει κατά πολύ και διάφορα είδη της ραπ κυριαρχούν εδώ και πολλά χρόνια, στίχοι όπως του “Darling Nikki” μόνο προκλητικοί δε μοιάζουν. Ο καθηγητής & διευθυντής του τμήματος Μουσικής στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, Dr. Joe Stuessy, θα πει χαρακτηριστικά : 

“Αναρωτιέμαι αν μια μέρα θα ζω και θα πάω σε ένα εστιατόριο ή θα βρεθώ σε ένα ασανσέρ ακούγοντας στίχους όπως “Me so Horny” από τα ηχεία”…

Υπομονή(;).


Μπάμπης Καλογιάννης


Πηγή φωτογραφιών:

Getty Images, Lana Harris AP, Mark Weissguy Weiss

36 Προβολές0 Σχόλια