Η πορεία του Bob Dylan στα 80s και 90s

Συνήθως, ένας καλλιτέχνης μεγάλου βεληνεκούς έχει κάθε πτυχή της καριέρας του, και ιδίως του έργου του, φανερωμένη προς το ευρύ κοινό, overexplained από κριτικούς και fans. Αυτό φυσικά συμβαίνει στο πλαίσιο του χτισίματος ενός πορτραίτου του καλλιτέχνη, το οποίο από ένα σημείο και μετά ταυτίζεται με το brand name, και καταστά αμείωτη και πάντα επίκαιρη την περιέργεια του κόσμου, για νέο υλικό και κάποια εμφάνιση, ειδικά αν έχεις και πάνω από 20-30+ χρόνια στην πιάτσα. Πολλοί δε εκ των παλαιοτέρων επιζώντων των 60s, κατάφεραν και παραμείναν επίκαιροι και για τις επόμενες δεκαετίες, προσφέροντας δουλειές προσαρμοσμένες στις επιταγές της εκάστοτε εποχής. Κάτι τέτοιο ωστόσο δε συνέβη με τον Bob Dylan, περί ου ο λόγος, ειδικότερα στη δεκαετία του 1980, περίοδο κατά την οποία ο μεγάλος τροβαδούρος κυκλοφόρησε μια σειρά από albums τα οποία είναι αδύνατον, πόσα χρόνια μετά, να σταθούν δίπλα στις μεγάλες κυκλοφορίες του παρελθόντος. Κι αν η συνεργασία με το supergroup των Travellin’ Wilburys προσέφερε τη σχετική αναγνωρισιμότητα προς ένα νεαρότερο κοινό που μετά μανίας τότε άρχισε να συλλέγει ευλαβικά τα πρώτα του βινύλια, εντούτοις η “θολούρα” όσον αφορά το προσωπικό του υλικό εκείνη την εποχή και την κατεύθυνση του, είναι δεδομένη. Μαζεύοντας τα διάφορα κομμάτια του παζλ, θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε την καριέρα του Dylan στα 80s, ευελπιστώντας να ανακαλύψουμε και το ρόλο του μέσα σε μία εποχή που, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, τον κάνει να φαίνεται παρείσακτος. 



Αναμφίβολα το κομβικό σημείο για τον Bob Dylan στα 70s ήταν το εκπληκτικό "Desire", για πολλούς το τελευταίο πραγμάτικα τεράστιο album του. Μετά την επιτυχία του Blood on the tracks, που περιείχε στίχους πιο προσωπικούς για τον τραγουδοποιό, ο τελευταίος επέστρεψε στις μουσικές και λυρικές φόρμες που τον έκαναν διάσημο μια δεκαετία νωρίτερα, δηλαδή τις ιστορίες των καθημερινών working class heroes. Τα Hurricane και One More Cup of Coffee στέκονται αιώνια διαμάντια της δισκογραφίας του, το δε album θα είναι το τελευταίο no.1 album του Dylan για 40 (!) χρόνια, καθώς μέχρι το Modern Times του 2006 δεν κατάφερε να επαναλάβει κάτι αντίστοιχο. Το δε Street Legal που ακολούθησε το 1978, δέχτηκε μια πιο χλιαρή υποδοχή από κριτικούς και fans, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει πως ήταν αποτυχημένο. Καθώς η μουσική πραγματικότητα μεταβαλλόταν με ταχύτατους ρυθμούς, ο Dylan έδειχνε ιδιαίτερη ανησυχία για την προσαρμογή του ήχου του, κάτι που μαρτυρά και η συνεχόμενη εναλλαγή συνεργατών σε studio και σκηνή εκείνη την περίοδο, ανάμεσα τους και μέλη των Wings του Paul McArtney. Το Street Legal παρά την όποια επιτυχία του θα στιγματιστεί από τη μέτρια παραγωγή του, ενώ το Baby Stop Crying θα γνωρίσει σημαντική επιτυχία, ιδίως στην Ευρώπη.Το δε Slow Train Coming album που θα κυκλοφορήσει τον Αύγουστο του 1979, θα γνωρίσει θερμή υποδοχή από τον κόσμο και θα είναι η πρώτη επαφή κριτικών και κοινού με τη νέα στιχουργική κατεύθυνση του Bob Dylan, κατεύθυνση άμεσα επηρεασμένη από την ενασχόληση του καλλιτέχνη με το Χριστιανισμό και την τότε αναζήτηση μιας νέας πνευματικότητας. Χαρακτηριστικά, όπως λέει ο Clinton Heylin, σπουδαίος μελετητής της pop μουσικής και του Bob Dylan ιδιαιτέρως, ο τελευταίος θα έκλεινε την τελευταία του τουρνέ με την παρουσίαση του "Do Right to Me Baby (Do Unto Others)", τονίζοντας προς το κοινό την επιρροή του από τη Βίβλιο και πιο συγκεκριμένα από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Όλα αυτά, με τη συμβολή της Association of Vineyard Churches, μίας νεοχαρισματικής κοινότητας Ευαγγελιστών, οργάνωση που ξεκίνησε τη δράση της το 1974 και μέχρι σήμερα αριθμεί περί τα 2.500 μέλη σε 95 χώρες. Ο πασίγνωστος T-Bone Burnett, συνεργάτης του Dylan και συνθέτης πολλών κινηματογραφικών επιτυχιών, για ταινίες όπως τα "O Brother where art thou?" και "Walk the Line", θα φέρει τον Bob και άλλα μέλη της μπάντας σε επαφή με την οργάνωση, ενώ και η σύντροφος του Dylan εκείνη την περίοδο Mary Alice Artes, θα επέστρεφε στις Χριστιανικές της ρίζες με την προσχώρηση της στο Vineyard Movement, έχοντας προηγουμένως απομακρυνθεί για αρκετά χρόνια από αυτές. Στα του album, μέχρι και σήμερα θεωρείται ένα δυνατό Dylan album, ενώ η προώθηση του περιελάμβανε τη μία και μοναδική εμφάνιση του μέχρι σήμερα στο πασίγνωστο Saturday Night Live, δίνοντας την ιδανική ώθηση για την είσοδο της καριέρας του στα 80s.


Η νέα δεκαετία θα έβρισκε τον Bob Dylan να ψάχνει το στίγμα του σε μια νέα εποχή, κάτι που συνέβη λίγο πολύ με όλους τους καλλιτέχνες που επέζησαν των 60s. Η συστάδα εκείνη καλλιτεχνών στους οποίους αρκούσε μια ηλεκτρακουστική κιθάρα και ένα βαν να αλωνίζουν μια διψασμένη για κοινωνική αλλαγή Αμερική, πλέον αντιμετώπιζε την άνοδο των video clips, του corporate rock, αλλά κυρίως τη θεματικής αποκαθήλωση παλαιοτέρων ηρώων ώστε να δημιουργηθεί χώρος για τους νέους mega-stars, με την είσοδο ταυτόχρονα του κραταιού τότε MTV. Παρόλο που στο σύνολο του το υλικό του Dylan στα 80s δεν έπασχε από ποιότητα, είναι φανερή η αγωνία του τραγουδοποιού για το πως θα συνδεθεί με το υπάρχον κοινό του βάσει των νέων δεδομένων, πολύ δε περισσότερο η αγωνία για την εξεύρεση νέων οπαδών. Ως αποτέλεσμα, στο σύνολο της η δισκογραφία του Dylan στα 80s μοιάζει να περικλείει υλικό και διάθεση από όλη τη ζωή και καριέρα του. Έχουμε δείγματα από την περίοδο των Χριστιανικών αναζητήσεων του, αργότερα υλικό που με φορτωμένες παραγωγές που έμοιαζε ξένο προς την ιδιοσυγκρασία του, ενώ προς το τέλος της δεκαετίας παρουσίασε κάποια πολύ καλά δείγματα songwriting που έστρωσαν το έδαφος για τη μεγάλη επιστροφή του στα 90s όπως θα δούμε παρακάτω. Ταυτόχρονα, μια σειρά συνεργασιών έδωσε την ευκαιρία στον Dylan να προσαρμόσει τον ήχο του ακόμα περισσότερο. Πέρα από τους Travelin' Wilburys, το θρυλικό αλλά βραχύβιο supergroup των Dylan, George Harrison, Jeff Lynne (ELO), Roy Orbison and Tom Petty, ο τελευταίος συνυπέγραψε και το "Got my mind made up" από το Knocked out Loaded του 1986. Σημαντική ήταν επίσης και η συνεργασία με τον γνωστό ηθοποιό Sam Shepard, ενώ τέλος ο Dylan επανενώθηκε με την πρώην σύντροφο του Joan Baez, στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής περιοδείας το 1984 η οποία στο line-up είχε και τον Carlos Santana. Σε γενικές γραμμές λοιπόν έχουμε τα εξής:



Saved (1980) Το τρίτο κατά σειρά album της “Χριστιανικής” περιόδου του Dylan, και σίγουρα το χειρότερο των τριών. Θα ξεχωρίσει το In the Garden, όπως και οι μουσικοί που υποστήριξαν τον Dylan στο εγχείρημα αυτό. Ωστόσο ο δίσκος μέχρι σήμερα μοιάζει κενός και παράταιρος.


Shot of Love (1981)

Αρκετά ανώτερο του προκατόχου του, το τελεύταιο album με ξεκάθαρες τις gospel επιρροές, θα ξεχωρίσει για το εξαιρετικό “Every Grain of Sand”. Το εν λόγω τραγούδι κυκλοφόρησε και ως single με b-side το πολύ καλό “The Groom’s Still Waiting at the Altar”. Κατά τα άλλα, μέτριος δίσκος για τα δεδομένα του.


Infidels (1983)

Ίσως το καλύτερο album της δεκαετίας για τον Dylan. Επιστροφή στον κοινωνικό και πολιτικό στίχο που τον καθιέρωσε, ενώ στη θέση του παραγωγού κάθεται ο πολύς Mark Knopfler με πολύ καλά αποτελέσματα. Το album ακολούθησε και εμφάνιση στο David Letterman Show στις αρχές του 1984, εμφάνιση που θεωρείται η καλύτερη τηλεοπτική του.


Empire Burlesque (1985) 

Ό,τι καλό πήγε να επαναδημιουργηθεί με το Infidels χάθηκε δυστυχώς με την κυκλοφορία του Empire Burlesque. Ο Dylan επέλεξε τον δρόμο των synthesizers και της υπερφορτωμένης παραγωγής, ενώ το μόνο ίσως τραγούδι που θυμίζει κάτι από παλιό καλό Dylan είναι το Dark Eyes που κλείνει το δίσκο. 


Knocked Out Loaded (1986)

Έχοντας τους Heartbreakers του Tom Petty ως συνοδευτικό συγκρότημα, θα περίμενε κανείς ένα δυνατό δίσκο. Ωστόσο κάτι τέτοιο δε συνέβη και ο δίσκος δείχνει να περνάει και να μην ακουμπάει. Εξαίρεση το επικό Brownsville Girl, με τη συνυπογραφή ξανά του Sam Shepard. 


Down in the Groove’ (1988)

Κάπου εδώ η σχετική αδιαφορία των albums του Bob Dylan στα 80s, φτάνει στο αποκορύφωμα της με ένα ακόμα μετριότατο album, εξίσου αν όχι χειρότερο από το κακό Knocked Out Loaded. Ευτυχώς από την επόμενη στροφή τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν.


Oh Mercy (1989)

Παρά την ατμοσφαιρική και ίσως παράταιρη προς έναν καλλιτέχνη στο στυλ του Bob Dylan, παραγωγή του Daniel Lanois, ο δίσκος κρίνεται ως θριαμβευτική επιστροφή σε σχέση με το μετριότατο υλικό που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε σχέση με το Oh Mercy. Και το κυριότερο θα έδινε τη σειρά του σε έναν πολύ καλό δίσκο όπως το…


Under the Red Sky (1990) Μαζεύοντας όλη την αφρόκρεμα της εποχής, από τους βετεράνους George Harrison και Elton John, μέχρι νεότερους shredders όπως ο Slash και ο Stevie Ray Vaughn, ο Dylan βρίσκει την ιδανική φόρμουλα για την εισαγωγή του στη νέα δεκαετία, με έναν ήχο που δείχνει να κάνει άνοιγμα και προς νεαρότερο κοινό. Ήταν και η εποχή κατά την οποία ο Bob Dylan έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στους Travellin’ Wilburys, τουτέστιν το Under the Red Sky σύμφωνα και με τον ίδιο προέκυψε μέσα από πάρα πολλά και όχι ιδιαίτερα προσεγμένα Sessions. 


Κάπου λοιπόν μετά τη διαφαινόμενη προχειρότητα του Under the Red Sky, ο Dylan κάνει την κίνηση ματ και σαν να ήξερε τις τάσεις της βιομηχανίας (δηλαδή την απαξίωση των βαρέων υπερφορτωμένων παραγωγών και την επαναφορά της απλής δυναμικής ενός δυνητικού power trio), επαναφέρει στο υλικό του ως κυρίαρχες τις folk επιρροές του. Κάπως έτσι έχουμε δύο αξιοπρεπή albums διασκευών κατά κύριο λόγο, μέσα σε έναν κυριολεκτικά τεράστιο ας μη ξεχνάμε κατάλογο, τα Good as I Been to You του 1992 και World Gone Wrong της επόμενης χρονιάς. Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που οι δύο πρότεροι δίσκοι αναφέρονται συνδυασμένοι κι αυτός είναι σε ένα ιδιαίτερα κομβικό σημείο, το 1997, άνοιξαν το δρόμο για την πραγματικά μεγάλη επιστροφή του Bob Dylan στη δισκογραφία, σε μια περίοδο που μουσικά όσον αφορά την pop και rock μουσική συνδυαστικά έδειχνε κενή. Κι αυτό γιατί το grunge που κυριαρχούσε μέχρι τότε, άρχισε να δείχνει τεράστια σημάδια κόπωσης μετά την αυτοκτονία του Cobain και την αδυναμία των μεγάλων του είδους να πιάσουν ξανά τα standards τα οποία οι ίδιοι τους έθεσαν. Μιλάμε φυσικά για το μεγάλο Time out of Mind, ένα από τα καλύτερα albums που κυκλοφόρησε ποτέ ο Dylan, το νικητή τριών βραβείων Grammy και τον δίσκο που έκανε talk of the town για μια ακόμα φορά, έναν καλλιτέχνη που τότε συμπλήρωνε 35 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας. Ο δίσκος του 56χρονου τότε Bob Dylan κυκλοφόρησε τέσσερις μήνες ύστερα από τη διακομιδή του στο νοσοκομείο λόγω σοβαρής ασθένειας, που σύμφωνα με τους γιατρούς προερχόταν από περιττώματα πουλιών με τα οποία ερχόταν σε επαφή στην αγροτική περιοχή της Minnesota όπου κατοικούσε. Καθώς το Time out of Mind δεν αποτελεί αντικείμενο αυτού του άρθρου να σημειωθεί απλά πως έδωσε ιδιαίτερη ώθηση σε μια καριέρα που έμοιαζε τελματωμένη, έδωσε τη θέση του στο πολύ καλό Love and Theft τέσσερα χρόνια αργότερα και γενικότερα ευθύνεται στο μεγαλύτερο βαθμό για τη διατήρηση του Dylan στην επικαιρότητα.

Έχοντας κλείσει αισίως τα 80 του χρόνια, έχοντας πλέον ένα Νόμπελ Λογοτεχνίας στην κατοχή του από το 2016 και τέλος έχοντας κατοχυρώσει μια θέση στους πραγματικά μεγάλους και σημαντικούς δημιουργούς του 21ου αιώνα, ο Bob Dylan δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε καν, ούτε καν στον εαυτό του. Η πορεία του κατά τη δεκαετία του 1980 είναι μια πορεία με ups and downs, με ανασφάλεια και ανησυχία όπως για κάθε καλλιτέχνη που ψάχνεται και ψάχνει το στίγμα του σε μια εποχή που τον θεωρεί ξεπερασμένο και ανεπίκαιρο. Ωστόσο κατάφερε όπως είδαμε να βγει θριαμβευτής κι εκτός αυτού προσέγγισε μεγαλύτερο και νεότερο κοινό, το οποίο δε δυσκολεύτηκε να γοητευτεί από την απλοϊκή μεν, ευφυή δε προσέγγιση του στο song-writing, ιδίως τις πρώτες δύο δεκαετίες της καριέρας του. Η στήλη θα επανέλθει σίγουρα με ένα εκτενές αφιέρωμα στο Time out of Mind, μέχρι τότε ας ξανακούσουμε ένα Jokerman ή ένα Every Grain of Sand. Ως διάλειμμα από το κάθε Blowin’ in the Wind φυσικά. 

Μπάμπης Καλογιάννης

Πηγές φωτογραφιών :

Getty Images

Needsomefun.net

nrj.com.cy

telegraph.co.uk

27 Προβολές0 Σχόλια