Το έγκλημα του High Fidelity

Οι κομμένες σκηνές στο σινεμά, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προσθέτουν κάτι ουσιαστικό στην υπόθεση. Εδώ έχουμε να κάνουμε με λάθος. Μεγάλο.

Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης


Εννοείται πως... SPOILER ALERT!


Οι κομμένες σκηνές στο σινεμά είναι ένα concept με το οποίο οι περισσότεροι από εμάς, ήρθαμε σε επαφή ύστερα από την άνοδο του youtube, και τη χρήση του από τη βιομηχανία του θεάματος ως μία νέα πλατφόρμα προώθησης κάθε είδους υλικού. Προηγουμένως οι εν λόγω σκηνές ήταν απλά ένα αφήγημα για την πληθώρα μέσα από την οποία προέκυπτε το τελικό cut της ταινίας, σίγουρα δε σε πολύ ελάχιστες έως καμία των περιπτώσεων, κατείχε μια τέτοια σκηνή κομβικό ρόλο στην εξέλιξη μίας υπόθεσης. Τα τελευταία χρόνια όμως, μία μεγάλη σειρά από χαρακτηριστικά στιγμιότυπα έγιναν ευρύτερα γνωστά, αποτελώντας δε αντικείμενα λατρείας από τους φανατικούς των ταινιών. Ως κλασικά παραδείγματα μπορεί κανείς να αναφέρει τις σκηνές που δεν κατάφεραν να μπουν στην τριλογία του Νονού, με πιο χαρακτηριστικές από αυτές την εκδίκηση του Michael Corleone για τη δολοφονία της πρώτης συζύγου του Apollonia, τη γνωριμία του Vito με τον Hyman Roth αλλά και τη στιγμή που ο Sonny ενημερώνεται για την επίθεση κατά του πατέρα του. Στις δε μουσικές ταινίες που είναι λίγο πολύ το αντικείμενο του εν λόγω site, οφείλει να γίνει μια ιδιαίτερη αναφορά στο αγαπημένο High Fidelity με τον John Cusack, το οποίο όμως κατάφερε (γιατί περί κατορθώματος πρόκειται) να στερήσει από το κοινό μία σκηνή κατά την οποία ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή, αλλά και η ιδιοσυγκρασία του record collector γενικότερα, φανερώθηκε σε όλο της το μεγαλείο. Ας τα πάρουμε από την αρχή.


Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Nick Hornby, η ταινία έκανε πρεμιέρα το 2000 και γρήγορα έγινε αντικείμενο λατρείας από εκατομμύρια μουσικόφιλους ανά τον κόσμο, οι οποίοι είδαν (τουλάχιστον) ένα κομμάτι του εαυτού τους στον πρωταγωνιστή Rob Gordon. Ο εξαιρετικός Cusack, σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του, θα "αναγκάσει" πολύ κόσμο να ταυτιστεί με έναν ήρωα υπερευαισθητό, νευρικό, ανώριμο, συναισθηματικό, ρομαντικό, οραματιστή, μπαγαπόντη, άριστο γνώστη του μουσικού γίγνεσθαι και αιώνια ριγμένο στο συναισθηματικό κομμάτι. Σκαρφιζόμενος μικρές λίστες των 5 (κυρίως) και 10 εγγραφών, προσπαθεί να βάλει σε τάξη ένα μπερδεμένο μυαλό που προσπαθεί να αναλογιστεί τι του έχει πάει στραβά με τις γυναίκες, αλλά και πως η μουσική βιομηχανία δεν έχει αναγνωρίσει ακόμα τα διάφορα ταλέντα του. Γκρινιάζει που οι κολλητοί του είναι ο Μπάρι και ο Ντικ, αρνούμενος να δει κατάματα ότι είναι ίδιος και απαράλλαχτος με αυτούς. Χωρίζει και ξανασμίγει με τη γυναίκα της ζωής του, αδυνατώντας να βιώσει στο έπακρο την ευτυχία μαζί της, για την οποία τόσο κόπιασε. Και σαν κάθε ανασφαλή άνθρωπο που σέβεται τον εαυτό του, θα οραματιστεί ένα σωρό σενάρια βάσει των οποίων θα αντιμετωπίσει τον αντίζηλο του, ώστε τελικά απλά να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Όλα αυτά δε, μέσα από πάμπολλες αναφορές σε αγαπημένους καλλιτέχνες, μέσα από τη μουσική των οποίων ο Rob Gordon κάνει μία αυτοβιογραφική αναδιοργάνωση της δισκοθήκης του, κλείνοντας μας το μάτι καθώς όλοι μας κάνουμε στο μυαλό μας κάτι αντίστοιχο, ακόμα και αν δεν το εφαρμόζουμε αργότερα στα ράφια μας. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες της ταινίας στους δικούς τους μικρούς ή μεγάλους ρόλους, με τον Jack Black να κλέβει την παράσταση ως Μπάρι, σε έναν από τους ρόλους που "έχτισαν" το brand του, ενώ οι βετεράνοι Tim Robbins και Joan Cusack (αδερφή του John) αφήνουν εύκολα το σπουδαίο στίγμα τους, μέσα από περσόνες δευτερεύουσες για την ταινία μεν, απολαυστικές δε. Της σκηνής στην οποία η Liz (Joan Cusack) τα "χώνει" στον Rob Gordon, θα προηγηθεί ένα τηλεφώνημα στο οποίο ο ήρωας μας κανονίζει ένα ραντεβού για αγορά δίσκων. Και αυτό μας φέρνει στο προκείμενο.


Εδώ η κομμένη σκηνή :


Σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, ο John Cusack θα μπει στο πετσί ενός συλλέκτη δίσκων, αυτού που εξερευνεί ευλαβικά τη στίβα με τα βινύλια, μικρά ή μεγάλα, θα κοντοσταθεί όταν βρει κάτι σπάνιο, θα του κοπεί η ανάσα ότι πέσει πάνω σε κάτι που θεωρείται φετίχ. Η αίσθηση αυτή μεγαλώνει ακόμα περισσότερο εάν αναλογιστούμε το γεγονός ότι μιλάμε για 45άρια και όχι για full LP's, καθώς όπως είναι λογικό η συλλογή των συγκεκριμένων singles καταδεικνύει κάποιον ο οποίος αφενός παίρνει το collecting πολύ πιο σοβαρά από το μέσο όρο, αφετέρου γνωρίζει και την πραγματική αξία, χρηματική και μη, των συγκεκριμένων κομματιών, κάτι που ορθώς αναδεικνύεται στη σκηνή. Η άρνηση του να προχωρήσει τη συναλλαγή, πέρα από τον προφανή κώδικα αξιών που η υπόθεση δίνει στον ήρωα του High Fidelity, είναι μια στάση με την οποία εύκολα θα μπορούσε να ταυτιστεί η πλειοψηφία των collectors εκεί έξω. Όλων αυτών που πιθανώς όταν θα πέσουν κάποια στιγμή πάνω σε μια παρατημένη ή υπό πώληση δισκοθήκη, θα αναλογιστούν τις δυσκολίες με τις οποίες δημιουργήθηκε και αυγατίστηκε, θα παρακάμψουν (όπως φαίνεται και στη σκηνή) τις οποίες ατασταλίες και αποκλίνουσες συμπεριφορές του κατόχου της, παρά τον πειρασμό που θα παρουσιαστεί μπροστά τους. Συμπρωταγωνίστρια του John Cusack στην κομμένη σκηνή η Beverly D'Angelo, γνωστή από το ρόλο της στο συγκλονιστικό American History X και σύντροφος του Al Pacino εκείνη την εποχή. Η λιτή αλλά πειστικότατη ερμηνεία της, θα δώσει το κάτι παραπάνω σε μία ήδη εξαιρετική αφήγηση, με το όλο σκηνικό να μένει τελικά εκτός ταινίας, στερώντας από το κοινό μία πολύ δυνατή εκδοχή του χαρακτήρα, του οποίου στο κάτω κάτω η μουσική είναι αυτή που ορίζει την εν γένει συμπεριφορά του. Η σκηνή των Cusack & D'Angelo ήταν σίγουρα η κορυφαία κομμένη για το High Fidelity, ενώ από τις υπόλοιπες θα ξεχωρίσει το cameo του Harold Ramis ως πατέρα του Rob Gordon, με τον αγαπημένο και γνωστό από το Ghostbusters (στο ρόλο του Egon Spengler) Ramis να μας χαρίζει μια ακόμη ερμηνεία, από τις ελάχιστες μέχρι και τον θάνατο του το 2013.



Σε πείσμα των καιρών, και στην πρόσφατη σειρά High Fidelity του HULU, η κόρη του Lenny Kravitz, Zoe, και η Parker Posey θα πρωταγωνιστήσουν σε μια σύγχρονη απόδοση της σκηνής, με το τελικό αποτέλεσμα όμως να μην πιάνει σε καμία περίπτωση το μεγαλείο που απέδωσε η ερμηνεία του Cusack. Η σειρά High Fidelity, αποτέλεσε μια μοντέρνα μεταφορά του βιβλίου και κατά προέκταση της ταινίας στη μικρή οθόνη, με φρέσκους χαρακτήρες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, αλλά και αλλαγές που σίγουρα θα δυσαρεστούσαν κάποιους από τους φανατικούς του αρχικού cut. Ύστερα από μία μόλις σεζόν η σειρά σταμάτησε, με την Zoe Kravitz να δηλώνει ευθαρσώς πως η πλατφόρμα Hulu έκανε πολύ μεγάλο λάθος με το να τη σταματήσει, μη μπορώντας να διανοηθεί τον αντίκτυπο που θα μπορούσε να είχε. Σε κάθε περίπτωση, η μεταφορά στο σινεμά με τον John Cusack ήταν και είναι η αγαπημένη εκδοχή της πλειοψηφίας, πολλώ δε μάλλον όταν σε κομμένες σκηνές σαν και την υπό μελέτη, καταφέρνει και μας κάνει να ταυτιζόμαστε πολύ περισσότερο με έναν αντι-ήρωα που ως τώρα μετρούσαμε με δύο και τρία χέρια τα κοινά μας σημεία. Καθώς πολλοί υπήρξαν και υπήρξαμε Rob Gordons. Κάποιοι μπορεί και να είναι ακόμα. Το κείμενο είναι για αυτούς λοιπόν.

233 Προβολές0 Σχόλια