10 φορές που ο John Bonham ήταν ο καλύτερος drummer του κόσμου


Η λίστα των αγαπημένων ατελείωτη. Carmine Appice, Keith Moon, Tommy Aldridge (σε μια χρυσή εποχή με τους Black Oak Arkansas κατά κύριο λόγο), Ginger Baker, Mitch Mitchell (Jimi Hendrix Experience), Phil Collins, φυσικά ο Ian Paice και ο Ringo Starr, τόσοι και τόσοι που τίμησαν το αγαπημένο μας μουσικό όργανο και έγραψαν το όνομα τους στο πάνθεον των drummers. Για τον δε Ringo, θα δεσμευτώ προσωπικά πως μια μέρα θα αποκαταστήσω την εντελώς λαθεμένη εικόνα του μετρίου, που τεχνηέντως έχει περάσει προς τα έξω από τους θιασώτες της τεχνικής για την τεχνική χωρίς ουσία. Κλείνει η παρένθεση, και μισό σκαλί ψηλότερα θα σταθούν τα δύο ιερά τέρατα του rock drumming, ο μαέστρος Neil Peart (εκλιπών εδώ και δύο χρόνια πλέον) και κυρίως ο άνθρωπος στο όνομα του οποίου πίνει νερό μια ολόκληρη γενιά νέων drummers, μελετώντας ευλαβικά την κάτι παραπάνω από πλούσια κληρονομιά του. Ο John Bonham, ο άνθρωπος που αποτέλεσε την ατμομηχανή του φαινομένου που λεγόταν Led Zeppelin, “έφυγε” στις 25 Οκτωβρίου του 1980, από αναρρόφηση του εμετού του και έχοντας προηγουμένως καταναλώσει 1 με 1,5 λίτρο βότκα σε διάρκεια μίας ημέρας…

Πριν αφήσει το μάταιο τούτον κόσμο, και αφού μεγαλούργησε με το συγκρότημα του, ο John Bonham άφησε ένα πολύ μεγάλο πλήθος πρωτοποριακών τεχνικών που επηρεάσαν και επηρεάζουν την πλειοψηφία των σύγχρονων drummers. Θα ξεχωρίσουν φυσικά οι τριπλέτες του, το γεγονός ότι “άλλαζε” tempo στο παίξιμο του χωρίς να επηρεάζει στο ελάχιστο τη δομή των τραγουδιών, αλλά και φυσικά το “διαολεμένο” δεξί του πόδι με το οποίο παρουσίασε θέματα τα οποία πολλές φορές, ολόκληρος Carmine Appice (μεγάλη επιρροή του Bonham) χρειαζόταν δύο κάσες ώστε να τα αποδώσει. Στη συνέχεια θα παρουσιαστούν δέκα (10) τραγούδια, χωρίς καμία χρονολογική ή αξιολογική σειρά, τραγούδια στα οποία ο John Bonham μεγαλούργησε, “έκλεψε” πολλές φορές την παράσταση, δίδαξε πρωτότυπο δυναμικό drumming που εφαρμόστηκε στη συνέχεια από τους μεγαλύτερους του είδους, από τα μέσα των 70s κι έπειτα. Γίνεται κατανοητό πως το άρθρο θα χαρακτηριστεί από τη σχετική ορολογία, η οποία θα εξηγηθεί στο έπακρο, στο βαθμό φυσικά του εφικτού.


Πηγή : Madhouse Magazine

1) Immigrant Song (Led Zeppelin III, 1970)

Το εισαγωγικό τραγούδι του τρίτου δίσκου των Led Zeppelin αποδεικνύει ξεκάθαρα το ότι ο Bonham ήταν ένας εντελώς αντισυμβατικός μουσικός. Αντί να επιλέξει έναν βασικό αλλά σταθερό ρυθμό, ώστε να συνοδεύσει τα καλπάζοντα riffs του Jimmy Page, ο Bonzo (όπως φυσικά ήταν το παρατσούκλι του) ακολουθεί κατά πόδας τον κιθαρίστα του, εφαρμόζοντας ουσιαστικά μια παραλλαγή του single paradiddle (η γνώση του βασικότατο εφόδιο στο οπλοστάσιο ενός drummer), ανάμεσα στο snare και στο δεξί του πόδι. Η δε έκδοση του τραγουδιού στο How the West was Won live album του 2003 είναι απλά κολοσσιαία, αφήνοντας το στίγμα μίας απόλυτης live ερμηνείας (ηχογραφήθηκε το 1972).

2) Good Times, Bad Times (Led Zeppelin I, 1969)

Οι Led Zeppelin συστήνονται σε ένα κοινό το οποίο έμελλε να κατακτήσουν ψυχί τε και σώματι. Δεν είναι μόνο το ότι η εισαγωγή με το hi-hat και την κουδούνα είναι πλέον τόσο αναγνωρίσιμη από το ροκ κόσμο, όσο ένα κοινό riff του συγκροτήματος. Είναι και το ότι ο John Bonham αφήνει τον ακροατή να αναρωτιέται τι ήταν αυτό που άκουσε, όταν θα τοποθετήσει δύο νότες στην κάσα του, στην πιο γρήγορη “ποδιά” που είχε ακουστεί ως τότε. Σε ένα ξεκάθαρο 4/4 τραγούδι, ο Bonham φανερώνει μια ελάχιστη πτυχή του ταλέντου του, προσδίδοντας μια αίσθηση τριπλέτας (τρεις νότες εκεί που υποτίθεται πως υπάρχει μία, δύο ή τέσσερις) από το πουθενά, δείχνοντας με τον πλέον κατανοητό τρόπο πως ο drummer μπορεί να “νοστιμίζει” ένα τραγούδι.

3) Achilles’ Last Stand (Presence, 1976) 

Έβδομο album για τους Zeppelin, με αμφιλεγόμενες κριτικές από κοινό και κριτικούς. Γεγονός που δεν εμποδίζει καθόλου τον John Bonham να αφήσει άλλη μια παρακαταθήκη προς τις επόμενες γενιές. Στο εισαγωγικό δεκάλεπτο έπος του δίσκου, ο Bonham θέτει ουσιαστικά τις βάσεις για το power metal drumming των μέσω των 80s κι έπειτα. Σε συνδυασμό με το καλπάζον riff του John Paul Jones στο μπάσο, ο ήρωας μας συστήνει τα galloping drums στο ευρύ κοινό, με τα παιχνιδίσματα του δεξιού ποδιού του να είναι κάτι παραπάνω από αξιομνημόνευτα. Από κοντά κάποια εξαιρετικά fills και κοψίματα, που στο σύνολο τους κάνουν για άλλη μια φορά την ερμηνεία του Bonham, αιώνια.

4) Trampled Under Foot (Physical Graffiti, 1975)

Οι φανατικοί των Led Zeppelin έχουν ως “παράνομο” αγαπημένο δίσκο του group το Physical Graffiti και όχι κάποιο από τα 4 πρώτα. Στο εν λόγω αριστούργημα δε, ξεχωρίζει μεταξύ άλλων ύμνων το Trampled Under Foot, για το οποίο οι Zeps δήλωσαν πως ήταν επηρεασμένο από την τεράστια επιτυχία του Superstition του Stevie Wonder. Μέσα λοιπόν σ’αυτό το ονειρικό παραλήρημα μεταξύ rock και funk ήχων, ο John Bonham δηλώνει ξεκάθαρα πως θα είχε ιδιαίτερη άνεση όντας μέλος της πιο απαιτητικής R&B μπάντας. Σταθερός σαν βράχος, αφήνει χώρο στο υπόλοιπο group για να απλωθεί το funky feeling του τραγουδιού. Τα δε γυρίσματα του εξαιρετικά και στιβαρά για μια ακόμα φορά, στο χαρακτηριστικό καταιγιστικό triplet ηχόχρωμα στο οποίο είχε καλομάθει τους fans του.


5) The Ocean (Houses of the Holy, 1973)

Το Houses of the Holy ήταν το album με την πιο δύσκολη αποστολή στον κόσμο, να διαδεχτεί με επιτυχία τη θρυλικότερη τετράδα δίσκων στην ιστορία της μουσικής. Τα καταφέρνει περίφημα, περιέχοντας μάλιστα και το αγαπημένο Led Zeppelin τραγούδι του γράφοντος, το No Quarter. Στο δε Ocean που κλείνει το δίσκο, το μουσικό θέμα οδηγείται από βομβαρδισμό στα ταλαίπωρα δέρματα του Bonham, σε συνδυασμό με άλλη μια παιχνιδιάρικη και εξαιρετική ερμηνεία του Robert Plant. Ο Bonham θα επιδοθεί σε πρωτοποριακές ακόμα και για τους Zeppelin αλλαγές ρυθμών, αλλάζοντας από 4/4 σε 7/8 και προς το τέλος του τραγουδιού σε καθαρόαιμο 6/8. Φυσικά το έκανε με την άνεση ενός βετεράνου, άνεση που τον συνόδευε από την αρχή της υπερεπιτυχημένης καριέρας του.

6) Fool in the Rain (In Through the Out Door, 1979)

Οι Zeppelin δείχνουν να έχουν βάλει κάποιο νερό στο κρασί τους, αφήνοντας τους χειμμαρώδεις χαρακτήρες τους να αφηνιάζουν μόνο στις συναυλίες. Το In Through the Out Door δείχνει πιο μεστό, ώριμο, “δουλεμένο” με την έννοια της προσοχής στη λεπτομέρεια. Ο John Bonham παρόλα αυτά βρίσκει πάλι την ευκαιρία να μεγαλουργήσει. Μας παρουσιάζει το διάσημο Half Time Shuffle, το γνωστό blues shuffle δοσμένο στο μισό χρόνο, σε ένα μνημειώδες tempo το οποίο θα επηρεάσει κόσμο και κοσμάκη έπειτα. Κυρίως δε, τον μεγάλο Jeff Porcaro ο οποίος θα το αποδώσει ελαφρώς αλλαγμένο στο θρυλικό Rosanna των Toto, κάποια χρόνια αργότερα. Το δε πέρασμα του Bonham στη μέση δείχνει ξεκάθαρα το γιατί θεωρείται ένας εκ των κορυφαίων όλων.

7) Whole Lotta Love (Led Zeppelin II, 1969)

Κι όμως πέρα από την ιστορικότητα ενός από τα μεγαλύτερα hits της μπάντας, στο Whole Lotta Love διαφαίνεται καθαρά το πόσο σημαντικός επρόκειτο να ήταν ο John Bonham, για τη διαμόρφωση του ήχου των Zeppelin αλλά και του classic rock γενικότερα. Περισσότερο ίσως κι από τον Ian Paice, ο Bonham στο εν λόγω τραγούδι συνδυάζει με τον καλύτερο τρόπο τις διδαχές των βομβαρδιστών των 60s (προεξέχοντος του μεγάλου Mitch Mitchell), προσαρμόζοντας τον ήχο του σε νέα αχαρτογράφητα νερά, στα οποία όπως αποδείχτηκε δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα να κυριεύσει, επιβάλλοντας και το προσωπικό του στυλ. Από το κόψιμο και τα παιχνιδίσματα στη μέση του τραγουδιού, μέχρι και τις τριπλέτες στα fills, το παίξιμο του Bonham είναι απλά για σεμινάριο. Από ένα παιδί 21 ετών.

8) Out on the Tiles (Led Zeppelin III, 1970)

“Out on the Tiles” σημαίνει “μπαρότσαρκα” στην αγγλική αργκό, δραστηριότητα που ο νεαρός John Bonham τιμούσε συχνά πυκνά. Ο φρενήρης ρυθμός του τραγουδιού αποτελεί το κατάλληλο χαλί για ένα φοβερό riff από τον Jimmy Page και φυσικά για άλλη μια κορυφαία ερμηνεία από τον Robert Plant. Ο συνδυασμός 4/4 με triplets στα γυρίσματα, βρίσκεται εδώ σε πλήρη εφαρμογή, με έναν Bonham μαινόμενο να ζωγραφίζει πραγματικά, παίζοντας πληθώρα θεμάτων, χωρίς όμως να περισσεύει και να θεωρείται περιττή η παραμικρή νότα. Μιλάμε ουσιαστικά για την ερμηνεία του Good Times Bad Times η οποία πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Η τεράστια επιτυχία των Led Zeppelin ήταν σίγουρα και θέμα χημείας, τραγούδια δε όπως το Out on the Tiles το αποδεικνύουν περίτρανα.

9) When the Levee Breaks (Led Zeppelin IV, 1971)

Εδώ είμαστε. Μία από τις μεγαλύτερες στιγμές του John Bonham, ένα τραγούδι το οποίο οι Zeppelin αποδώσαν μόνο δύο φορές ζωντανά, εκ των οποίων η μία σε warm-up gig! Τα μικρόφωνα έχουν τοποθετηθεί ψηλά στα τύμπανα του Bonham, αποδίδοντας έναν απόκοσμο και πρωτοποριακό ήχο, γεγονός που δεν αφαιρεί το παραμικρό από το πραγματικά bombastic παίξιμο του. Ανθρώπινος μετρονόμος, με μια σειρά από ghost notes να νοστιμίζουν την τελική του απόδοση, θα μας δώσει μια ερμηνεία η οποία θα χρησιμοποιηθεί έκτοτε ως sample σε ουκ ολίγα τραγούδια (ενδεικτικά αναφέρονται οι Beastie Boys στο Rhymin & Stealin). O υιός, Jason Bonham, θα χαρακτηρίσει τα drums στο When the Levee Breaks ως το “intro των θεών”, εκφράζοντας ταυτόχρονα την πικρία του που δεν πρόλαβε να πει στον πατέρα του πόσο σπουδαίο τον θεωρούσε…

10) Moby Dick (Led Zeppelin II, 1969)

Εδώ είμαστε pt II. Το 20λεπτο solo που θα άφηνε τον κόσμο στα live με ανοιχτό το στόμα, όσο οι υπόλοιποι κάνανε διάλειμμα για τσιγάρο στα παρασκήνια. Και που θα άφηνε τον Bonham μέσα στα αίματα, καθώς πολλές φορές πετούσε τις μπαγκέτες και το απέδιδε με τα χέρια. Όλα τα συστατικά που έκαναν τον Bonzo έναν από τους μεγαλύτερους drummers είναι εδώ. Το intro που σου καρφώνεται στο μυαλό, η αγαπημένη του cowbell (κουδούνα ελληνιστί), φυσικά όλες οι τριπλέτες του κόσμου και οι παραλλαγές τους, μαζεμένες. Το δε γύρισμα στη μέση του τραγουδιού είναι ιστορικό και για έναν άλλο λόγο, καθώς πρόκειται για το γύρισμα που τελειοποίησε κάποια χρόνια αργότερα ο μεγάλος Steve Gadd, παρουσιάζοντας το κυρίως στο θρυλικό Aja των Steely Dan. 

Μπάμπης Καλογιάννης

83 Προβολές0 Σχόλια