13+1 κρυμμένα διαμάντια των Thin Lizzy

Μια ολόκληρη δισκογραφία στο παρασκήνιο, το πολούσιο ακυκλοφόρητο υλικό της παρέας του Phil Lynott.

Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης

Μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας ως ακροατές και ασχολούμενοι με τη rock δισκογραφία, γίναμε πολλές φορές μάρτυρες του φαινομένου πολλά εξαιρετικά τραγούδια να μη βλέπουν το φως της δημοσιότητας, να μη βρίσκουν το δρόμο τους σε κάποιο δίσκο. Στην καλύτερη των περιπτώσεων έμπαιναν ως συμπλήρωμα σε κάποιο single που κυκλοφορούσε πριν την κυκλοφορία του full album, σε κάποιο greatest hits compilation που απευθυνόταν πέρα από τους περαστικούς, στους hardcore συλλέκτες που ήθελαν το κάθε τι με την ονομασία της αγαπημένης τους μπάντας στο ράφι τους. Οι εντυπώσεις συχνά πυκνά μοιράζονταν με ορισμένα τραγούδια να είναι καλύτερα και από άλλα αντίστοιχα που μπήκαν σε δίσκο, ενώ άλλα έδιναν από μακριά την αίσθηση ενός filler που απορρίφθηκε με σχετική ευκολία.


Από τις μεγάλες μπάντες των 70s θα τολμούσαμε να πούμε ότι ειδικά οι Thin Lizzy έχουν μια ολόκληρη κρυφή δισκογραφία. Ένας πολύ μεγάλος θησαυρός από ακυκλοφόρητα άσματα, ύμνους που εκτός των άλλων έδειχναν και την κατεύθυνση προς την οποία κατευθυνόταν ο Phil Lynott κι η υπόλοιπη παρέα ανά πάσα στιγμή. Κάποια είχαν ξεκάθαρα το feeling του δίσκου που κυκλοφορούσανε οι Lizzy εκεί στα κοντά, κάποια θα προσομοίαζαν περισσότερο σε κάποιο προσωπικό album του Lynott, σπορ με το οποία ασχολήθηκε αφού το group είχε κάνει τη μεγάλη επιτυχία και στην Αμερική. Σε κάθε περίπτωση, ναι, μιλάμε για τραγούδια που κάλλιστα θα μπορούσαν να υπάρχουν σε κλασικά albums όπως το Vagabonds of the Western World, το Johnny the Fox, το Thunder and Lightning. To name a few..


Οι φανατικοί τους λένε ότι τα b-sides και το ακυκλοφόρητο υλικό “σβήνει δισκογραφίες ολόκληρες”. Ο χειμαρρώδης και πολυσχιδής χαρακτήρας του Lynott ήταν φύσει αδύνατον να αποτυπωθεί πλήρως στα πεπερασμένα αυλάκια του πάλαι ποτέ βινυλίου. Ας μην ξεχνάμε πως όλες οι παλιότερες μπάντες, με την είσοδο του CD στην αγορά, άρπαξαν την ευκαιρία και κυκλοφορούσαν διαδοχικά 60λεπτους και 70λεπτους δίσκους, κάτι που παλιότερα γινόταν μόνο με τη διπλή έκδοση του βινυλίου. Aς προσπαθήσουμε να διαχωρίσουμε και να συγκεντρώσουμε τα καλύτερα άσματα από όλο αυτό το σπάνιο υλικό, ώστε να δημιουργήσουμε τον καλύτερο Thin Lizzy δίσκο. Που δεν κυκλοφόρησε ποτέ. 


Η αναφορά στα τραγούδια γίνεται χωρίς χρονολογική ή αξιολογική σειρά : 

Half Caste (1975):

Μπορεί το εν λόγω τραγούδι να ξέμεινε από τα sessions του Fighting, ωστόσο ηχητικά παραπέμπει ευθέως στα ηχοχρώματα του προηγούμενου Nightlife. Σ’αυτό το αρκετά εύθυμο μίγμα από soul και funk επιρροές, πάνω στο hard rock καμβά που άρχισε να θέτει ο Phil, εκμεταλλευόμενος το νέο διπλό κιθαριστικό σχήμα με το οποίο άρχισε να συνεργάζεται. Κάπου ανάμεσα στο She Knows και το Sha La La, δικαιολογεί την απουσία του από το Fighting, και είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Nightlife που δεν ακούσαμε ποτέ. 

Weasel Rhapsody (1976):

Σχεδόν ακυκλοφόρητο, καθότι τα βασικά του κιθαριστικά θέματα ακούστηκαν στο Rocky από το θρυλικό Johnny the Fox, παρόλα αυτά εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αργόσυρτη όσον αφορά τα κρουστά, αλλά ξυραφιαστή όσον αφορά τις κιθάρες εκτέλεση. Τα ηχοχρώματα του Rocky διανθίζονται από τις πινελιές των Gorham-Robertson, σε ένα ορχηστρικό κρεσέντο το οποίο άνετα θα μπορούσε να ξεκινάει ή να κλείνει τις τότε συναυλίες του συγκροτήματος. Ίσως η πιο μεταλλική εκδοχή των Lizzy εκείνη την εποχή.

Blackmail (1978):

Εδώ έχουμε να κάνουμε με το πρώτο διαμαντάκι της υπόθεσης, έναν ύμνο και μισό ο οποίος κόπηκε τελευταία στιγμή από το tracklist του Black Rose, αμαρτία που δεν περιγράφεται. Τοποθετημένο ηχητικά ανάμεσα στον εν λόγω δίσκο και στο προηγούμενο Bad Reputation, οδηγείται από ένα τέρμα αλητήριο riff και παιχνίδισμα στις κιθάρες, διανθισμένο από ένα εξίσου φοβερό solo του Brian Robertson με το street feeling. Κλασικό δείγμα του bluesy hard rock που έπαιζε το συγκρότημα εκείνη την εποχή, εποχή που μεσουρανούσε το punk κι η disco μην ξεχνάμε.

Sitamoia (1974): 

Απομεινάρι της εποχής του Vagabonds of the Western World, το τραγούδι αποδόθηκε στον Brian Downey και κυκλοφόρησε πρωτίστως στη συλλογή Remembering Part I και πολλά χρόνια αργότερα στο box set “Vagabonds, Kings, Warriors, Angels Boxset”. Ο Downey πρωταγωνιστεί παρεπιπτόντως δίνοντας έναν σχεδόν tribal ρυθμό, με τις κιθάρες να νοστιμίζουν την τελική μορφή του τραγουδιού και τον Phil να δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία με τον χαρακτηριστικό τραγουδιστό-αφηγηματικό τρόπο του. Φοβερή η χρήση βιολιού στο τέλος, ενώ στο κομμάτι λάμπει κι ο Gary Moore στο πρώτο σύντομο πέρασμα του στο συγκρότημα.

Blues Boy (1976):

Αυτό που λέει ο τίτλος λίγο πολύ, με τους Lizzy να μας παραδίδουν το δικό τους tribute στους μεγάλους του είδους, μέσα φυσικά από το πρίσμα του διπλού κιθαριστικού ήχου σήμα κατατεθέν. Ο Lynott οδύρεται στο μικρόφωνο επισκεπτόμενος εποχές Vagabonds of the Western World, ενώ για μια ακόμα φορά τα solos των διόσκουρων Gorham-Robertson κλέβουν την παράσταση. Εάν έχετε ακούσει το El Diablo των ZZ Top από το Tejas album, ξέρετε ακριβώς σε τι αναφερόμαστε. Με ολίγη από Jesus just left Chicago.

I need you (1970):

Πίσω στις απαρχές του συγκροτήματος και ως b-side στο ντεμπούτο single The Farmer θα βρούμε αυτό εδώ το μικρό gem. Καμία σχέση φυσικά με τον ήχο με τον οποίο μεγαλούργησαν αρκετά χρόνια αργότερα, το εν λόγω τραγούδι βρίσκει τον Phil να τιμάει τις πρώιμες επιρροές του, το rhythm and blues, τον Elvis, το rock n roll στα πρώτα επικίνδυνα μονοπάτια του. Η επιρροή από Elvis ήταν ένα στοιχείο που ο Lynott δεν αρνήθηκε ποτέ, ίσα ίσα του αφιέρωσε το King’s Call στον προσωπικό του δίσκο (Μαζί με Mark Knopfler). Κάποια σημεία αλά Ray Manzarek νοστιμίζουν περισσότερο το ήδη ωραίο φαγητό.

Kill (1980):

To Kill ανήκει σ’εκείνη την κατηγορία τραγουδιών που το συγκρότημα έγραφε με ξεκάθαρο συναυλιακό προσανατολισμό. Σαν το Are You Ready? το οποίο θα είχε περίοπτη θέση στην εν λόγω λίστα εάν δε διαιωνιζόταν στο Live and Dangerous του 1978. Ένας speed-άτος boogie rock ύμνος που αν δεν τραγουδούσε ο Phil Lynott θα μπορούσε άνετα να το μπερδέψει κανείς με ένα τραγούδι των Status Quo που ποτέ δεν είχε ακούσει ως τότε. Στιχουργικά, I’ve got a girl right here and a girl right there, όλοι οι μεγάλοι έχουν δικαίωμα στο ατόπημα..

Cold Black Night (1978):

Το μικρό αδερφάκι του Dancin’ in the Moonlight το οποίο δε μας συστήθηκε ποτέ. Bluesy μέχρι το κόκκαλο, γκαζιάρικο όσο χρειάζεται, με έναν Phil να καταθέτει πόνο στα φωνητικά, μιλώντας για τον υποτιθέμενο θάνατο της μητέρας του, τον οποίο και δε θα βίωνε ποτέ καθώς έφυγε πολύ πιο νωρίς από αυτήν. Τολμώ να πω πως η απουσία του Cold Black Night από το Black Rose για το οποίο προοριζόταν, έχει παίξει μεγάλο ρόλο στην αναγνωρισιμότητα του Dancin’ in the Moonlight, το οποίο στην κατηγορία του τελικά έπαιξε χωρίς αντίπαλο. Εξαιρετικά solos για μια ακόμη φορά.

Little Darling (1974):

Στο εν λόγω single είναι που οι Thin Lizzy παρουσιάζουν το νέο τους πρόσωπο στο ευρύ κοινό. Με τον Gary Moore να έρχεται για πρώτη φορά να βοηθήσει ύστερα από την αποχώρηση του Eric Bell, η funky διάθεση του Nightlife εξαφανίζεται και το χύμα hard rock του Little Darling αποτελεί προπομπό της κατεύθυνσης που θα ακολοθούσε το συγκρότημα τα επόμενα χρόνια. Ο χύμα χαρακτήρας του Moore γίνεται φανερός από το πρώτο άκουσμα στους γνώστες του αντικειμένου, ίσως μόνο στο πρώτο προσωπικό του ξανακούσαμε τέτοιου είδους υλικό.

Don’t Play Around (1980):

Ένα hard rock δυναμιτάκι που χρησιμοποιήθηκε ως B-Side στο Killer on the Loose και που φυσικά βρωμοκοπάει Chinatown από χιλιόμετρα. Κάτι σαν ένα πιο αλητήριο We will be strong, λογικά δε βρήκε το δρόμο προς το τελικό tracklist στο όνομα μιας ποικιλομορφίας των τραγουδιών, την οποία παρά την ποιότητα του δεν εξυπηρετούσε. Εξαιρετικός Brian Downey αποδεικνύει για μια ακόμα φορά πόσο παραγνωρισμένος drummer είναι, όσο για τη δισολία στο τέλος, ένα σκέτο ποίημα, από αυτά τα κιθαριστικά θέματα που έκαναν πολλούς από εμάς να γίνουν κάτι παραπάνω από απλοί οπαδοί του σχήματος.

Just the Two of Us (1979):

Στο ίδιο μοτίβο με το Don’t Play Around, το Just the Two of Us βρίσκοταν στη δεύτερη πλευρά του single Do Anything You Want To από το Black Rose και αποτελεί ένα ιδιαίτερα σπιντάτο δείγμα της δεύτερης και καλύτερης περιόδου του σχήματος. Έχασε τελικά το δρόμο του προς το δίσκο ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να αντικαταστήσει ένα S&M ή ένα Got to Give it Up. Εξαιρετικό solo από τον Scott Gorham, ενώ για άλλη μια φορά φανερώνεται το μεγάλο ταλέντο και ο χειμαρρώδης χαρακτήρας του Gary Moore, κάτι που μας κάνει να αναρωτιόμαστε τι θα γινόταν με τους Lizzy αν ο τελευταίος δεν ακολουθούσε τη γνωστή λαμπρή προσωπική καριέρα.

Trouble Boys (1981):

Άλλο ένα όμορφο leftover των Thin Lizzy, αυτή τη φορά από το Renegade, που επίσης παραπέμπει στους Status Quo και το εύθυμο και ευθύ Boogie Rock τους. Όμορφο μέσα στην απλότητα του, σίγουρα δεν ταίριαζε με το γενικά σκοτεινό κλίμα του εν λόγω δίσκου. Στο Renegade και στην τελευταία μορφή των Lizzy, με Snowy White και τον νεαρό Darren Wharton (λέγε με Dare) στα πλήκτρα, τα προβλήματα με καταχρήσεις έχουν ήδη αρχίσει να καταβάλλουν το συγκρότημα, με τον White να τραβάει κουπί μόνος του, κάτι το οποίο σίγουρα θα αναλύσουμε στο μέλλον..

Don’t Let Him Slip Away (1982):

Ίσως το καλύτερο τραγούδι της λίστας. Ένα μεγάλο έπος που σμιλεύτηκε ανάμεσα στα Renegade και Thunder and Lightning και με ήχο που παραπέμπει εμφανώς και στα δύο. Με το μπάσο του Phil και το μονόλογο του στην αρχή να δίνουν το στίγμα, με ξεκάθαρα μεταλλικό προσανατολισμό στη μέση, το Don’t Let Him Slip Away φωνάζει από μακριά πως είναι ένα από τα τελευταία μεγάλα δημιουργήματα του Lynott. Ενός ανθρώπου που παλεύει να νικήσει τους δαίμονες του, ωστόσο το ταλέντο του του απαγορεύει να συνθέσει κάτι λιγότερο από πολύ καλό τραγούδι. Εν προκειμένω ένα mini αριστούργημα.

Bonus : 

In the Delta (1981):

Για το τέλος ένα ακόμα σκοτεινό bluesy τραγούδι από την φαρέτρα των ακυκλοφόρητων των Lizzy, με τον πολύ Huey Lewis, φίλο του συγκροτήματος, να συνεισφέρει τα μέγιστα στη φυσαρμονικά. Το βαρύ blues ήταν ένα είδος με το οποίο ανέκαθεν φλέρταρε ο Lynott, χωρίς ίσως να μπορέσει να το χωρέσει επαρκώς στον σαφή rock προσανατολισμό του group, τουλάχιστον από το 1975 κι έπειτα. Φωνητικά παιχνιδίσματα, χωρωδία που παραπέμπει κατεύθείαν στο… Δέλτα του Μισσισσιπή, γενικότερα ομορφιές σε blues φόρμες, από μια μεγάλη μπάντα που όμως δε μας είχε συνηθίσει σε τέτοιους ήχους.


Πηγή Φώτο:

Irish Times, Metal Music Archives

132 Προβολές0 Σχόλια