44 χρόνια μετά. Still Live and Still Dangerous...

Το Everest των live albums, η πλήρης αποτύπωση της ενέργειας και του μεγαλείου των Lizzy επάνω στο σανίδι.


Γράφει ο Γιάννης Σίννης

Ακριβώς σαν σήμερα πριν 44 χρόνια , στις 2 Ιουνίου του 1978 κυκλοφορεί από την Vertigo ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής, όχι μόνο της ροκ μουσικής αλλά της μουσικής εν γένει, το Live and Dangerous των Thin Lizzy. Ο ασύλλυπτος αυτός διπλός δίσκος θα σκαρφαλώσει αμέσως στην δεύτερη θέση των charts στην Αγγλία και θα στερηθεί την πρώτη θέση μονάχα από ένα άλλο θρυλικό album, το OST του Grease, που φυσιολογικά κέρδισε περισσότερο κόσμο εξαιτίας της επιτυχίας της ταινίας στις κινηματογραφικές αίθουσες και τα καταπληκτικά τραγούδια που την πλαισιώνουν.


Η πρώτη εικόνα που έρχεται στον μέσο ροκ ακροατή όταν ακούσει για το Live and Dangerous είναι χωρίς δεύτερη σκέψη το εντυπωσιακό εξώφυλλο, η μοναδικής καλλιτεχνικής ποιότητας φωτογραφία του τεράστιου Ουαλού Chalkie Davies με τον Phil Lynott στα δερμάτινα, γονατισμένο μπροστά απ το κοινό στην άκρη της σκηνής με το ένα χέρι στην ταστιέρα του μπάσου του και το άλλο να σφίγγει τη γροθιά του κατακτητή, του μεγάλου νικητή, του εξ’ορισμού Rock Star , ενώ το κεφάλι γέρνει ελαφρά προς τα πίσω έτσι ώστε τα κλειστά μάτια και το μέτωπο να είναι στραμμένα προς τον Ουρανό, το δε στόμα να ουρλιάζει τον τελευταίο στίχο κάποιου απ τα επικά τραγούδια του. Στάση σίγουρα δανεική απ τον Jimi Hendrix, όταν αυτός έκαψε τελετουργικά την κιθάρα του στο Monterey Pop Festival - που παρατηρούμε να υιοθετεί και σε άλλα live video όπως στη περίφημη συναυλία στο Σίδνευ της Αυστραλίας. Τη διονυσιακή εικόνα ενισχύουν οι προβολείς που διασταυρώνονται πίσω από τον Lynott σχηματίζοντας σχεδόν ένα φωτοστέφανο πάνω από τους ώμους του, ενώ παράλληλα αριστερά και δεξιά σαν άγγελοι σε σκοτεινή αγιογραφία προβάλλουν οι Robertson και Gorham, χωρίς να διακρύνεται το πρόσωπό τους, συμπληρώνοντας έτσι το μωσαικό του απόλυτου Live στιγμιότυπου, την αποτύπωση της κορύφωσης της ηδονής του μουσικού μπροστά στο φανατικό ακροατήριο του. Η επιλογή της συγκεκριμένης φωτογραφίας για εξώφυλλο ενώ αρχικά ήταν να τοποθετηθεί στο οπισθόφυλλο του δίσκου γιατί δεν φαίνονται όλα τα μέλη, ήταν – και πολύ σωστά έπραξε- απόφαση του manager της μπάντας Chris O’Donnell, λίγο πριν φύγει η μακέτα για το τυπογραφείο.


Το μεγάλο πλατωνικό ερώτημα που αγγίζει τα όρια του θρύλου γύρω από τον δίσκο κόσμημα των Ιρλανδών είναι το αν όντως ήταν live δίσκος ή αποτέλεσμα της αριστοτεχνικής επεξεργασίας από τον Tony Visconti, όσο και επανεκτέλεσης των τραγουδιών στο studio Des Dames στο Παρίσι. Η απάντηση έρχεται από τον ίδιο τον Visconti σε συνεντεύξεις του όλα αυτά τα χρόνια αλλά και από μαρτυρίες των μελών της αυλής των Lizzy εκείνη την περίοδο με πρωταγωνιστή τον διάσημο φωτογράφο και προσωπικό φίλο του Lynott, Chalkie Davies, ο οποίος μεταξύ των άλλων περιγράφει ότι παρατηρούσε τον Ιρλανδό να μεταφέρει τη σκληρή θήκη με το μπάσο του στο στούντιο του Visconti κατά την διάρκεια της μίξης του δίσκου, κάτι που δεν δικαιολογείται τεχνικά αφού υποτίθεται ότι οι ώρες στο στούντιο αφορούσαν την επεξεργασία του υπάρχοντος υλικού από τις μπομπίνες.


H τετραετία 74-78 ήταν πολύ εξουθενωτική για τους Thin Lizzy, ο εργασιομανής και συνηθισμένος στον ελάχιστο ύπνο Phil Lynott καταφέρνει να αναστήσει μια μπάντα που κινδύνευε να μείνει με τον χαρακτηρισμό του one hit wonder, και να την εξελίξει σε ροκ μεγαθήριο, με την πρόσληψη των διόσκουρων κιθαριστών Gorham και Robertson, με τους οποίους βρίσκει την απόλυτη χημεία και κυκλοφορούν 5 δίσκους μέσα στη συγκεκριμένη περίοδο. Ταυτόχρονα οι Lizzy πραγματοποιούν παγκόσμιες περιοδείες με εξαντλητικό rock n roll lifestyle, που είχε ώς κορύφωση την νοσηλεία του Lynott με ηπατιδα Β το 1977, αλλά και την οριστική απομάκρυνση του Brian Robertson ένα χρόνο αργότερα, λίγο μετά την κυκλοφορία του Live and Dangerous, μετά από μια διετία προβληματικής συμπεριφοράς μέσα στο group. Η αποπομπή του Robertson μάλιστα θα γίνει ακριβώς μετά το πρώτο live για την παρουσίαση του δίσκου, στην Ibiza!!


Έχοντας κυκλοφορήσει το σπουδαίο Bad Reputation τον Σεπτέμβρη του 77 και έχοντας περιοδεύσει κυρίως με τον Moore ως αντικαταστάτη του ατίθασου Σκωτσέζου κιθαρίστα, ο Lynott επιστρέφει στο Λονδίνο τις αρχές του 1978 με σκοπό να συνεργαστεί πάλι με τον Visconti έχοντας στα χέρια του υλικό για νέο δίσκο. Ο Visconti όμως έχει συμφωνήσει με τον David Bowie να ξεκινήσουν την παραγωγή του περίφημου Stage άλμπουμ, έτσι λοιπόν αντιπροτείνει στον Phil να φτιάξουν ένα live διπλό δίσκο με υπάρχον υλικό από πρόσφατες ηχογραφημένες εμφανίσεις της μπάντας. Τελικά ο Visconti με τον Lynott επεξεργάζονται το δίσκο για περισσότερο από δύο εβδομάδες που αρχικά είχαν συμφωνήσει και έτσι καθυστέρησε χαρακτηριστικά η δουλειά με τον Bowie, κάτι που προκάλεσε την έντονη δυσαρέκεια του μεγάλου Βρετανού star! Εν τέλει το Stage κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1978, χάνοντας την καλοκαιρινή περίοδο πώλησης.


Όταν ξεκινάει η διαδικασία τη μίξης ο Phil Lynott παραπονιέται ότι είναι πολύ δύσκολο να παίζει μπάσο και να τραγουδάει ταυτόχρονα χωρίς λάθη και έτσι θα πρέπει να ξαναηχογραφήσει κάποια σημεία όπου συναντάται πρόβλημα, όπως και στα φωνητικά τα οποία σχεδόν αντικαθιστά εξ ολοκλήρου με νέα. Τα drums παραμένουν απείραχτα, όμως έρχονται στο studio οι Robertson και Gorham και ζητούν και αυτοί με τη σειρά τους να διορθώσουν λάθη στα solos και στις δισολίες που είναι πολύ φυσιολογικό να υπάρχουν, κάθε μπάντα κάνει λάθη ειδικά όταν παίζει με τέτοια συχνότητα και ένταση από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα και ταξιδεύοντας διαρκώς. Ο ανθρώπινος παράγοντας είναι καταλυτικός και εξάλλου αυτό θέλει να ακούσει ο οπαδός, τον άνθρωπο να παίζει, ασχέτως αν τα περισσότερα live album είναι «πειραγμένα». Βέβαια και για να διατηρηθεί ο μύθος, ο Robertson ισχυριζόνταν ότι ήταν αδύνατον να γίνουν overdubsγιατί παίζαν πολύ δυνατά στη σκηνή και ο ήχος των ενισχυτών έφτανε στα μικρόφωνα των drums, οπότε η κονσόλα λάμβανε και τους δύο ήχους σε ένα κανάλι, άρα ήταν αδύνατον να γίνει διαχωρισμός. Το δε κοινό το οποίο πρωταγωνιστεί μαζί με το συγκρότημα στον δίσκο παραμένει το ίδιο, αν και υπάρχουν οι αστικοί μύθοι ότι το έχει διογκώσει ο Visconti ή ότι έχει δανειστεί υλικό από παλαιότερα live του Bowie. Υπάρχει ακόμα και η εκδοχή ότι σε κάποια σημεία έβαλε ήχο κοινού που υπήρχε αποθηκευμένο στα settings κάποιου keyboard της εποχής, με ειδική επεξεργασία βέβαια. Ποτέ δε θα μάθουμε αλλά όπως και να έχει, το αποτέλεσμα είναι άρτιο.


Το management βρίσκει την ευκαιρία να κυκλοφορήσει για λογαριασμό των Thin Lizzy ένα τύπου best of δίσκο, με live όμως εκτελέσεις των τραγουδιών, επιλέγοντας τραγούδια από εμφανίσεις που έχει πραγματοποιήσει η μπάντα το 76 στο Hammersmith στο Λονδίνο και το 77 στο Τορόντο και στη Φιλαδέλφεια, στο peak της καριέρας της. Ηχογραφήσεις που συνέβησαν σχεδόν 2 χρόνια πριν από την επίσημη κυκλοφορία, με υλικό από διαφορετικά venues, με ποιότητα ήχου που δεν ταίριαζε ανάμεσα στα venues, κάτι που θα ήθελε πολύ δουλεία από τον τεχνικό που θα αναλάμβανε την μίξη, και τελικό τίτλο του δίσκου που θα εξελισσόνταν σε διπλό, «Thin Lizzy Live». Ο βιογράφος των Lizzy Mark Putterford θεωρεί ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του υλικού προέρχεται από τα live στο Λονδίνο.



Το εξαιρετικό Southbound ήταν ηχογραφημένο στο soundcheckτης μπάντας στη Φιλαδέλφεια και ο ήχος του κοινού μπήκε στη μίξη κάτι που εύκολα το καταλαβαίνεις κατά την ακρόαση του δίσκου, είναι εξάλλου συχνό αυτό το τέχνασμα στα Liveαλμπουμ.

Η ονομασία που αρχικά είχε επιλεχθεί για το διπλό αυτό άλμπουμ ήταν το λιτό και απέριττο Thin Lizzy Live, αλλά ένας ανέλπιστος διάλογος με το management των Clash έδωσε τον ιστορικό τίτλο στον δίσκο.


Ο Chris O’Donnel προτείνει μαζί με τον δίσκο να γίνει και η κινηματoγράφιση ενός live με support Μπάντα τους Clash , o Bernard Rhodes (manager των Clash) κάνει την αντιπρόταση να παίξουν οι Lizzy το live μόνοι τους και στη συνέχεια να κατευθυνθούν στο Marquee για να δούν τους Clash που θα παίζαν εκεί, με τον ΚΙΝΔΥΝΟ να δημιουργηθούν επεισόδια όπως συβέβαινε συχνά στα live των Clash εξαιτίας της πολιτικής τους στάσης και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής στο Λονδίνο. Η λέξη danger χτύπησε καμπανάκι στο μυαλό του O’Donnell ο οποίος δίνει την τελική ονομασία Live and Dangerous. Είναι εποχή (1978) εξάλλου που ο Lynott κάνει τρελή παρέα με τους πρωταγωνιστές του punk κινήματος κυρίως τους Jones, Vicious και Cook απ τους Sex Pistols αλλά και τους Jones και Strummer απ τους Clash, παράλληλα γνωρίζει τη γυναίκα που θα παντρευόταν , την Caroline Crowther , και ετοιμάζει και το υλικό για τον πρώτο προσωπικό του δίσκο μαζί με Jimmy Bain και Gary Moore, και για αυτό τους αναφέρει στα special thanks του Live and Dangerous-ειδικότερα τους ευχαριστεί για την έμπνευση, ενώ βοηθάει τον Moore να κυκλοφορήσει το Back on The Streets παίζοντας στον μισό δίσκο και γράφοντας τους στίχους στο Parisienne Walkways. Όπως ο Moore έχει ομολογήσει το 1978 ηχογραφούσαν συνέχεια τραγούδια τα οποία δεν ήξερε τελικά σε ποιό άλμπουμ θα καταλήξουν και όντως ορισμένα μπήκαν στο Black Rose ( withLove με Bain στο μπάσο ενώ προοριζόταν για το Solo in Soho , και Sarah (Mark Nauseeff στα κρουστά) άλλα στο Back on the Streets (Fanatical Fascists) και άλλα στο Solo in Soho ( Jamaican Rum) .


Ο δίσκος γεμίζει τα ράφια των δισκοπωλείων στις 2 Ιουνίου 1978 και γίνετε ανάρπαστος, 600.000 κόπιες μέσα σε ένα χρόνο και παραμονή 62 εβδομάδων στα Βρεττανικά charts με το single Rosalie/Cowgirl’s songνα κλέβει την παράσταση και να βρίσκει το top 20. Το έγκριτο και ιστορικό περιοδικό New Musical Express (ΝΜΕ)χαρακτηρίζει τον δίσκο ως το καλύτερο live album όλων των εποχών ενώ το Rolling Stone το κατατάσει στη θέση 46. Αλλά τι σημασία έχουν οι θέσεις μπροστά στο μνημείο αυτό του σύγχρονου πολιτισμού?


Μόνο έτσι θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον δίσκο που έγινε έμπνευση και σημείο αναφοράς για όλα τα μουσικά κινήματα που ακολούθησαν καθότι αποτέλεσε έμπνευση τόσο για classic rock & heavy metal αλλά και για new wave και pop συγκροτήματα που με αφορμή το άλμπουμ αυτό επεξεργάστηκαν τη μουσική τους ταυτότητα και την liveαισθητική τους, είναι γνωστό ότι οι U2 πχ για πολλά χρόνια άκουγαν το Live and Dangerousπριν από κάθε τους εμφάνιση αλλά και τόσοι άλλοι που τον έχουν αναφέρει ως μεγάλη επιρροή.


Οι εκτελέσεις των τραγουδιών είναι σαφώς καλύτερες από τις studio versions με κορυφαία την μπαλάντα Still in Love with You απ το Nightlife άλμπουμ, όπου παίζεται σε πιο αργή ταχύτητα απ την στουντιακή εκδοχή με την σπαραχτική ερμηνεία του Lynott να καθηλώνει , όπως και τα μακρα κιθαριστικά σόλο του διδύμου που ενώνονται στο τέλος σε μια απ τις ομορφότερες μελωδίες στην ιστορία της μουσικής . ‘is this the end?’



H άριστη τεχνική επεξεργασία του δίσκου υπό την μαεστρική διεύθυνση του Visconti φανερώνεται όταν βάλεις το volume σε υψηλή κλίμακα κοινώς, στο τέρμα, δεν μπουκώνει, δεν βαβουριάζει , ακούγεται πεντακάθαρα κάθε λεπτομέρεια του ήχου και ακούς ξεκάθαρα αυτό που θα ονομαστεί σχεδόν ταυτόχρονα εκείνη την εποχή στα τέλη της δεκαετίας του 70 Heavy Metal. Εξού και τα special thanks σε αυτόν που εφύβρε τον ηλεκτρισμό !!

H δίκαση του Downey στο Sha la la και το προσωπικό του solo με το ψυχεδελικό flanger στη μέση,το ρυθμικό χειροκρότημα του κοινού που συμπληρώνει τον ντράμερ και τη χαρακτηριστική δισολία επιρρέασε όλα τα NWOBHM άλμπουμ κατόπιν .

Χαρακτηριστική η ατάκα του Lynott που συνήθιζε να χρησιμοποιεί κάθε φορά που έπαιζε τον ύμνο Emerald, “is there anyone here with a little Irish in them?” το κοινό ουρλιάζει ‘Yeahhhh” και ο Phil αποκρίνεται, ‘any of girls who’d like a little more Irish in them?’ και μπαίνει η κλασσική εισαγωγή του τραγουδιού σε πολύ πιο heavy εκτέλεση απ τον δίσκο και φαντάζομαι τι θα γινόταν στις πρώτες σειρές απ το headbanging .


Ο δίσκος αναδεικνύει συνθέσεις που στα άλμπουμ ηχούν σχετικά αδύναμες λόγο της επιτηδευμένης ραδιοφωνικής παραγωγής , και έτσι πραγματικά απολαμβάνεις και αντιλαμβάνεσαι το μεγαλείο τραγουδιών όπως τα Warriors , Don’t believe a word , Suicide και Massacre με πιο βαριές κιθάρες πιο γεμάτο ήχο και τον μοναδικό live δυναμισμό των Lizzy της εποχής εκείνης. Επίσης ακούγεται για πρώτη φορά το εντελώς συναυλιακό Are you ready που δεν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν μπήκε σε κάποιο studio album. Αξίζει να γίνει αναφορά στους καλεσμένους της μπάντας που είναι ο τεράστιος Huey Lewis στη φυσαρμόνικα στο baby drives me crazy και ο John Earl στο σαξόφωνο του Dancing in the Moonlight από τους Clover και Graham Parker αντίστοιχα. O Lewis δεν ξέχασε ποτέ τον Lynott και τον ανέφερε όταν πήρε το Grammy στα μέσα της δεκαετίας του 80 , λέγοντας του ένα μεγάλο ευχαριστώ για την βοήθεια στο ξεκίνημα.


Το άλμπουμ κλείνει με ένα τραγούδι απ την πρώτη περίοδο της μπάντας , σύνθεση του Eric Bell , το απόλυτο rock n roll anthem , The Rocker , παιγμένο και αυτό πιο γρήγορα και με σεβαστή προσπάθεια απ τον Robbo να μιμηθεί το συγκλονιστικό solo του Bell στην original εκδοχή. Στα δε special thanks του δίσκου αναφέρεται και ο Jimmy Page χωρίς να έχω ανακαλύψει μέχρι τώρα τον βασικό λόγο.


Thin Lizzy

Additional musicians

  • John Earle – saxophone on "Dancing in the Moonlight"

  • Huey Lewis (as "Bluesey Huey Lewis") – harmonica on "Baby Drives Me Crazy"

Production

  • Tony Visconti - producer

  • Will Reid Dick, Rob O'Brien - engineers

  • Thin Lizzy, Chalkie Davies - cover design

  • Chalkie Davies - photography

  • Sutton Cooper - artwork


Τον Μάρτιο του 2009 κυκλοφορεί το περίφημο Still Dangerous χωρίς κανένα overdub, με εντυπωσιακό και πάλι εξώφυλλο , το οποίο είναι υλικό από τα 2 live των Thin Lizzy στο Tower Theater στη Φιλαδέλφεια. Παραγωγοί ο θρυλικός Glyn Johns (RollingStones) και ο Scott Gorham ο οποίος αποκάλυψε τότε ότι υπάρχουν πολλά τραγούδια που προσφέρονται για κυκλοφορία από ηχογραφημένα live των Lizzy. Τα Cowboy Song, The Boys are back in Town , Massacre και Emerald υπάρχουν και στο Live and Dangerous άλμπουμ, οπότε ακούγοντας κανείς μπορεί να συγκρίνει και να διαπιστώσει τις θρυλικές παρεμβάσεις που έγιναν στη μίξη.

Το Live and Dangerous κλείνει την δεύτερη ιστορική περίοδο των Lizzy με τον Brian Robertson να συμπληρώνει την μαγική 4δα , τους Fab 4 όπως τους ονόμασαν οι δημοσιογράφοι της εποχής. Η συγκεκριμένη περίοδος είναι η πιο αγαπημένη για τους περισσότερους οπαδούς των Thin Lizzy αφού ουσιαστικά αλλάξαν ήχο με την έλευση του Gary Moore για το Black Rose και τους White και Sykes αργότερα, ήταν άλλος ήχος , και πάλι εξαιρετικός και λατρεμένος αλλά ήταν άλλη μπάντα πλέον.


Ο κύκλος που κλείνει αφήνει 6 ιστορικές κυκλοφορίες που καθορίζουν τον τρόπο που πρέπει να παίζεται το αυθεντικό Hard Rock τουλάχιστον στα Βρεταννικά νησιά και την Ευρώπη αφήνοντας χαοτική κληρονομιά και παρακαταθήκη που ακούμε με μεγάλη ένταση μέχρι τις μέρες μας, 45 χρόνια μετά.


Are you out There?


Γιάννης Σίννης

Κιθαρίστας,στιχουργός (Noely Rayn, Remember Lizzy, Ssik)

106 Προβολές0 Σχόλια