At the Movies : Phil Lynott - Songs for While I'm Away

Μαζεύοντας για μια ακόμα φορά το σύνολο των αναμνήσεων και βιωμάτων από τους Thin Lizzy, παρακολουθήσαμε το ντοκιμαντέρ Songs for While I'm Away και προσπαθούμε να περιγράψουμε τι ακριβώς πραγματεύεται.

Προσοχή! SPOILER ALERT!


Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης


Με δεδομένη την επιτυχία των πρόσφατων biopics, κυρίως του The Dirt και του Bohemian Rhapsody δηλαδή, η τάση αυτή παραλίγο να εκτραχυνθεί με κάποιες μέτριες προσπάθειες στη συνέχεια, αλλά ευτυχώς ήρθε το Rocket Man (biopic του Elton John) και έσωσε τα προσχήματα, τουλάχιστον όσον αφορά την ποιότητα των εν λόγω εγχειρημάτων. Ταυτόχρονα ιδιαίτερη πέραση είχαν τα τελευταία χρόνια και τα ντοκιμαντέρ σε μορφή ταινίας, όπου σε αντίθεση με τα επεισοδιάκια του VH1 Behind the Music που βουλιμικά καταβροχθίζαμε, εδώ έχουμε να κάνουμε με δίωρες (στη χειρότερη) αποτιμήσεις ολόκληρης καριέρας, με trivia, συνεντεύξεις κομβικών προσώπων, παρασκήνια κλπ. Το πλέον πρόσφατο του είδους είναι το ντοκιμαντέρ για τον Phil Lynott των Thin Lizzy "Songs for While I'm Away" το οποίο μας άφησε με τις καλύτερες των εντυπώσεων. Ο ομολογουμένως επιτυχημένος τίτλος του προέρχεται φυσικά από το A Song for While I'm Away του Vagabonds of the Western World album, αποτελεί δε ακριβώς μια συρραφή από μαρτυρίες και αναμνήσεις ανθρώπων που έζησαν από κοντά τον μεγάλο μουσικό, γνωρίζοντας τις καλές και κακές πλευρές του εαυτού του. Ο δημοφιλής ενημερωτικός όμιλος The Irish Times, στηλίτευσε την έλλειψη αναφοράς στο ντοκιμαντέρ ως προς την εξάρτηση του Lynott από τα ναρκωτικά, έχοντας όμως δει το Songs for While I'm Away ήδη δύο φορές, αδυνατώ προσωπικά να καταλάβω τι ακριβώς θα προσέθετε η σχετική ιστορία η οποία αφενός είναι γνωστή, αφετέρου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όλα τα πολύ όμορφα που αφηγήθηκαν οι άνθρωποι που έζησαν δίπλα στον καλλιτέχνη.


Η σκηνοθέτιδα Emer Reynolds ειδικεύεται στα ενημερωτικά ντοκιμαντέρ, οπότε ήταν δεδομένο πως το Songs for While I'm Away θα είχε σίγουρα υψηλή βαθμολογία όσον αφορά το τεχνικό κομμάτι. Κάτι τέτοιο γίνεται περαιτέρω αποδεκτό καθώς παρακολουθούμε μια συρραφή ιστοριών που κυλάει πολύ άνετα, με συνοχή, πολύ πλούσιο φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει τις αφηγήσεις, κλιμάκωση, επικεντρώνεται δε ορθά σε συγκεκριμένες στιγμές της ζωής του Phil Lynott, παραβλέποντας να ασχοληθεί εξωνυχιστικά με άλλες. Μαρτυρίες συγγενών, παλιών συνεργατών, απλών fans, διάσημων fans που είτε έχουμε ακούσει να εκφράζουν το θαυμαστό τους προς τους Lizzy, είτε δεν είχαμε ιδέα ότι είναι φανατικοί του group. Κοινό τους σημείο, η αγάπη για τον καλλιτέχνη, πολύ περισσότερο η αγάπη για τον άνθρωπο Lynott. Το νεαρό μαύρο αγόρι, μεγαλωμένο στη συνοικία Crumlin του Δουβλίνου, ανάμεσα στην εργατική τάξη του 1950, το αγόρι που εμπνεύστηκε από Ιρλανδούς μύθους όπως ο Cú Chulainn, καταφέρνοντας τελικά να γίνει ένας αντίστοιχος κι ο ίδιος του. Τραγουδοποιός, μπασίστας, ποιητής, ονειροπόλος. Ταυτόχρονα πατέρας, σύζυγος, φίλος, γιος, rock icon. Ο δικός μας Phil.


Το Songs for While I'm Away, θα αναλύσει εκτενώς πληροφορίες και αφηγήματα που ως τώρα ήταν συγκεχυμένα στο μυαλό του μέσου fan. Από τη γνωριμία του με τον Brian Downey, το σχηματισμό των Black Eagles και τις πρώτες συναυλίες ανά τη χώρα, στο Βορρά και συγκεκριμένα σε Dundalk και Galway. Το look του που ήταν κάτι ανάμεσα σε Jimi Hendrix και Harry Belafonte, σε συνδυασμό με τη μπάσα αισθησιακή φωνή του, ήταν αυτό που τράβηξε την προσοχή του Downey ο οποίος του πρότεινε να σχηματίσουν τους Black Eagles, αφού προηγουμένως είχε κάνει το πέρασμα του από τους Skid Row του Gary Moore (καμία σχέση φυσικά με τους Αμερικανούς glam ήρωες). Η δημιουργία και συγγραφή του πρώιμου υλικού των Thin Lizzy, επηρεασμένο ιδιαίτερα από τη folk και προσπαθώντας να σμιλεύσει το rock χαρακτήρα του, τραγούδια όπως το Black Boys on the Corner και Look What the Wind Blew in, ύστερα από την έλευση του Eric Bell, ο οποίος εντελώς φτιαγμένος από acid θα κερδίσει μια θέση στο πρώτο lineup του group, το οποίο ως γνωστό πήρε το όνομα του από παράφραση του γνωστού χαρακτήρα comic της Tin Lizzie. Ο Phil Lynott επέμενε πως ο μουσικός πρέπει να μιλάει για αυτά που γνωρίζει, κάτι που θα μετουσιώσει σε τραγούδια όπως το Cowboy Song, από το Jailbreak του 1976. Πολλά χρόνια αργότερα, ο σαφώς επηρεασμένος από την κληρονομιά του Lynott Jon Bon Jovi, θα δηλώσει πως το Cowboy Song ήταν απλά η "αναγκαιότητα" ενός rock συγκροτήματος να γράφει τραγούδια για την άγρια Δύση. Οι Bon Jovi απλά το πήραν και το έκαναν κτήμα τους μια δεκαετία αργότερα. Επίκληση στην εξωπραγματική σκηνική παρουσία του Phil, στην ενέργεια που έβγαζε επί σκηνής, στα γεγονότα γύρω από το Live & Dangerous με τις σημαντικότατες πληροφορίες που μας δίνει ο πρόσφατα αποθανών παραγωγός του, Kit Woolven. Μέχρι το αποκορύφωμα με τον Gary Moore στη δεύτερη κιθάρα, ύστερα από την αποχώρηση του οποίου οι Lizzy δε θα ήταν ποτέ πια οι ίδιοι. Ο Snowy White, άκρως επαγγελματίας και στοιχείο ισορροπίας προς το τέλος, θα "κρατήσει τα μπόσικα" για κάποιο διάστημα, μέχρι την προσωρινή καταιγίδα του Thunder & Lightning η οποία θα οδηγήσει μια γηρασμένη μπάντα στη διάλυση. Ο Lynott, αισιόδοξος από τη φύση του, θα πιστέψει πως ανάλογη επιτυχία θα γνωρίσει και με τους Grand Slam, όμως όπως θα πει χαρακτηριστικά ο κολλητός του Gus Curtis στο ντοκιμαντέρ, για τον κάθε star υπάρχει μια μεταβατική περίοδος όσον αφορά τη φήμη, περίοδος κατά την οποία οι προβολείς της δημοσιότητας φεύγουν από πάνω σου ενώ εσύ μένεις να κυνηγάς την αστερόσκονη. Ο Lynott δεν πρόλαβε να γνωρίσει άλλη μετάβαση καθώς έφυγε από τη ζωή λίγο καιρό αργότερα, αφού στο τέλος μας έδωσε ένα δείγμα του ήχου τον οποίο θα ακολουθούσε στο μέλλον, αφήνοντας μας μονάχα να φαντασιωνόμαστε την ποιότητα των υποτιθέμενων περαιτέρω δίσκων του.

Το όνομα αυτού : Nineteen.


Κάπου ανάμεσα στις αναφορές για τον μουσικό Lynott ταυτόχρονα με την ανθρώπινη υπόσταση του, στέκονται δύο από τα αγαπημένα τραγούδια, όχι τόσο των fans, αλλά σίγουρα του ίδιου του. Καθώς είχαν τα ονόματα των δύο κοριτσιών του, οι αφηγήσεις των οποίων έχουν περίοπτη θέση στην ταινία. Η Sarah, της οποίας το τραγούδι από το Black Rose γράφτηκε ως δώρο στη σύζυγο του Lynott, Caroline Crowther, και η Cathleen με το λιγότερο γνωστό ομώνυμο τραγούδι από το Philip Lynott Album. Ο τρόπος με τον οποίον τα δύο κορίτσια μιλούν ακόμα και σήμερα για τον πατέρα τους αποτελεί τρανή απόδειξη για το πόσο αγάπη τους έδωσε. Εννοείται βέβαια πως οι αφηγήσεις των μελών της οικογένειας του Phil Lynott (μητέρα και κόρες) δεν αποτελούν παρά ένα πολύ μικρό μέρος από τις μαρτυρίες για τον χαρακτήρα και το ήθος του εκλιπόντος rocker.

Καθώς το σύνολο των προσκεκλημένων και εμφανιζόμενων στο Songs for While I'm Away θα μιλήσουν με τα καλύτερα λόγια για τον Lynott, τον οποίο γνώρισαν είτε ως συγγενή, είτε ως συνεργάτη, είτε ως αγαπημένο φίλο, στα όρια της σχέσης που χαρακτηρίζεται ως οικογένεια. Από το συντηρητικό Δουβλίνο των 50s και 60s, όντας το μόνο μαύρο παιδί στη γειτονιά και το σχολείο, μέχρι το συγγενικό του περιβάλλον το οποίο περιέγραψε με τον πλέον γλαφυρό και "γλυκό" τρόπο τη σχέση του Phil Lynott με τη γυναίκα που τον καθόρισε, τη μητέρα του Philomena, μέσω από ένα συγκινητικό αφήγημα στο οποίο της υπόσχεται καινούριο σπίτι και πολλά καινούργια αρώματα, μόλις θα γινόταν διάσημος. Η μετατροπή του από έναν γοητευτικό έφηβο στη macho φιγούρα των Jailbreak κι έπειτα, μέχρι την εποχή των Chinatown και Renegade, όπου η περσόνα Phil Lynott έδειχνε να υπερισχύει αυτής του μουσικού, μπασίστα και band leader. Και το τέλος του έρωτα του με την πόλη που αγάπησε όσο καμία, το Δουβλίνο, τέλος που εκμυστηρεύτηκε στον φίλο και manager του Gus Curtis, έξι μονάχα μήνες πριν φύγει από τη ζωή και αφήσει το πλέον δυσαναπλήρωτο κενό.

Δεν είναι όμως μόνο οι μαρτυρίες του Curtis που συγκινούν και καθηλώνουν τους φανατικούς του Lynott. Το Songs for While I'm Away έχει σίγουρα ένα από τα καλύτερα cast προσκεκλημένων και αφηγητών, μέσα από τις πολύτιμες αφηγήσεις και μαρτυρίες των οποίων καταφέραμε και γνωρίσαμε λίγο καλύτερα (όσο και αν τον ξέραμε αρκετά καλά) τον μουσικό και άνθρωπο Lynott. Από τον James Hetfield που στάζει μέλι για την μεγάλη επιρροή που του άσκησε και τις κινήσεις που ξεσήκωσε από αυτόν, κατά τη διάρκεια των live shows. Τον συνοδοιπόρο του Midge Ure των Ultravox, επίτιμο μέλος των Thin Lizzy που όποτε χρειάστηκε ήταν εκεί για το συγκρότημα. Τον προσωπικό φίλο του Lynott και υπερεπιτυχημένο star της pop, Huey Lewis. Τον μεγάλο καλλιτέχνη Jim Fitzpatrick, υπεύθυνο για τα περισσότερα εξώφυλλα των Lizzy αλλά και το πασίγνωστο πορτραίτο του Che Guevara, βασισμένο σε φωτογραφία του. Τον Adam Clayton των U2 οι οποίοι εν πολλοίς οφείλουν την πρωταρχική τους έμπνευση στην επιτυχία του Phil Lynott και της συμμορίας του. Τον Eric Bell που μίλησε για τα πρώτα δύσκολα χρόνια της καταξίωσης, μέχρι το overdose φήμης και επιτυχίας (πολύ νωρίς πραγματικά) που τον ώθησε εκτός συγκροτήματος. Τον φέρελπι τότε και καταξιωμένο σήμερα Darren Wharton, σημαίνον στέλεχος των Lizzy προς το τέλος της καριέρας τους και εδώ και πολλά χρόνια ηγέτη των AOR ηρώων Dare. Τον παραγωγό Kit Woolven με τις αποκαλύψεις του και τη φιλενάδα του Lynott, τη μοναδική Suzi Quatro με την πλούσια μεταξύ τους ιστορία, πάνω στο σανίδι. Και φυσικά τον φίλο και συνεργάτη του εκλιπόντος μέχρι το τέλος, το μεγάλο Scott Gorham, "φωνή" των Thin Lizzy μετά το θάνατο του Phil και φυσικά υπεύθυνο σε πολύ μεγάλο ποσοστό για την τοποθέτηση του group στη μουσική αθανασία.


Ήταν πολύ δύσκολο να λείψει από το κείμενο ο οπαδικός παράγοντας, ωστόσο πολλές φορές ο εν λόγω διαχωρισμός είναι δύσκολος, όταν βλέπεις οικεία πρόσωπα να συμπληρώνουν τα κομμάτια του παζλ από τις γνώσεις αυτού που μελετάς με προσήλωση εδώ και πολλά χρόνια. Η περσόνα του Phil Lynott, 36 χρόνια μετά το θάνατο του, πιο ισχυρή από ποτέ, μέσα από τις αναμνήσεις των fans του και τις παραστάσεις των ανθρώπων που τον έζησαν από κοντά. Το Songs for While I'm Away αποτελεί μια γιορτή στη μνήμη του frontman, και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται παρά τις όποιες δεδομένες ατέλειες. Στο κάτω κάτω ήταν και οι ατέλειες του ιδίου που τον έκαναν τόσο αγαπητό και μοναδικό, ώστε η φιγούρα του να έχει διαιωνιστεί και να μας συντροφεύει για πολλά χρόνια ακόμα.


Πηγή φώτο : The Irish Times



40 Προβολές0 Σχόλια