Blind Guardian : The God Machine

Έχοντας ιδιαίτερη σχέση με τους Γερμανούς Βάρδους, εδώ και περίπου 25 χρόνια, επιχειρείται μία αντικειμενική προσέγγιση στο νέο τους studio album.

Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης



Υπάρχει μία γενιά, πατημένα 42 έως 48 λίγο πολύ, η οποία θα δυσκολευτεί ιδιαίτερα σε περίπτωση που της ζητηθεί να περιγράψει το δέσιμο της με τους Γερμανούς ήρωες του speed/power. Σε ένα πολυποίκιλο μουσικό τοπίο όπως τα 90s και με μια μεγάλη μερίδα οπαδών να στρέφεται προς διαφορετικούς ήχους, όπως το grunge αλλά και οι ακραίες μορφές του metal ήχου, ατμοσφαιρικές ή μη, οι Blind Guardian δημιούργησαν ένα fan base που έπινε νερό στο όνομα τους, διαμορφώνοντας έναν ιδιαίτερο και προσωπικό ηχόχρωμα, όντας ταυτόχρονα εξαιρετικά σημαντικοί για την επιβίωση ενός είδους, με τους Helloween και τους Running Wild να κάνουν αργά μεν, σταθερά δε βήματα προς όλο και μετριότερες δουλειές. Τα δύο πρώτα άγουρα αλλά ενθουσιώδη speed albums τους, η καθιέρωση με τα Tales from the Twilight World και Somewhere Far Beyond να αποτελούν ξεκάθαρες προτάσεις ενός γκρουπ που έχει δημιουργήσει 100% προσωπικό ήχο, τα (πολλά) βήματα παραπέρα με Imaginations from the Other Side και Nightfall in MIddle-Earth, με το δεύτερο να αποτελεί για πολύ κόσμο το τελευταίο πραγματικά σπουδαίο Blind Guardian album. Η συνέχεια είναι σίγουρα αμφιλεγόμενη, υπάρχουν κάποιες πολύ δυνατές στιγμές ενίοτε, το At The Edge of Time είναι ένας εξαιρετικός δίσκος που με τον καιρό έγινε fan favourite, αλλά θα μπορούσε κανείς να πει ότι η προσπάθεια των Guardian να κερδίζουν νέους οπαδούς, διατηρώντας ταυτόχρονα την παλιά φρουρά, φάνταζε ιδιαίτερα δύσκολη. Κι αν υπάρχει μία παράμετρος που παίζει σημαντικό ρόλο για όλα αυτά, μάλλον θα τη βρει κανείς στην φυγή του Thomen "The Omen" Stauch, οι βομβαρδισμοί του οποίου στα τύμπανα αντικαταστάθηκαν από μία μάλλον πιο flat προσέγγιση από τον (ιδιαίτερα αξιόλογο κατά τα άλλα) Frederik Ehmke.


Οι Blind Guardian βέβαια, κυρίως δηλαδή οι Hansi Kursch και Andre Olbrich καθώς και η μεταξύ τους χημεία, περιπλανήθηκαν ιδιαιτέρως την περασμένη δεκαετία με έναν αρκετά καλό (αλλά μέχρι εκεί) δίσκο, το Beyond the Red Mirror, καθώς και τη συνεργασία με την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Πράγας στο Legacy of the Dark Lands. Συνεργασίες και albums που σαφώς καταδεικνύουν την ανάγκη των καλλιτεχνών να μη μείνουν στα τετριμμένα, να οδηγήσουν το ταλέντο και τις δυνατότητες τους στο τέρμα, χωρίς σε καμία περίπτωση να ξεχνάνε τις ρίζες τους. Οι οποίες ρίζες όμως κάθονταν σε κάποιο εξώστη, σχεδόν απαθείς, περιμένοντας τη στιγμή που το συγκρότημα θα κυκλοφορούσε ξανά κάποιον δίσκο ο οποίος θα έκανε σαφές πως δεν υπάρχουν Blind Guardian χωρίς τις speed power αναφορές, χωρίς τους thrash-ίζοντες ρυθμούς στα τύμπανα, οι οποίοι συνοδευόμενοι από τους οδυρμούς του Hansi μας έδωσαν συγκινήσεις που δεν πρόκειται να φύγουν από το μυαλό μας ποτέ. Ο προπομπός των δύο singles του καινούριου δίσκου "The God Machine" άφηνε ελπίδες για μια τέτοια επιστροφή στον ήχο που τους καθιέρωσε. Ο κόσμος μπορεί να κρατούσε μικρό καλάθι, λόγω της δεδομένης αλλαγής πλεύσης του γκρουπ, ωστόσο ήλπιζε πάντα μέσα του πως το συγκρότημα θα επανερχόταν στον 90s ήχο δίνοντας μας ακόμα ένα αντίστοιχο αριστούργημα. Το The God Machine κυκλοφόρησε επισήμως στις 2 Σεπτεμβρίου, από την κραταιά Nuclear Blast...



... με το εισαγωγικό single Deliver Us from Evil να είναι γνωστό εδώ και αρκετό καιρό, έχοντας φέρει ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο πολλών, με ήχο που παραπέμπει στο At the Edge of Time στη χειρότερη, και σε old school albums προ τριακονταετίας στην καλύτερη. Με ένα πολύ καλό χωρωδιακό ρεφρέν, λίγο θαμμένο μπάσο αλλά και σπουδαία lead θέματα από τον Olbrich, αποτελεί την ιδανική αρχή για το νέο album. Damnation για τη συνέχεια, το οποίο δε διαφοροποιείται από το Deliver Us.., ίσως λίγο πιο σκοτεινό αλλά εξίσου σπιντάτο, με τη δίκαση του Εhmke να παίρνει φωτιά, και τον Hansi να διανύει εδώ και καιρό την πιο ποιοτική και ώριμη φάση του, όσον αφορά τα φωνητικά. Έντονο thrash στοιχείο και αισθητική, περασμένα φυσικά από το power αισθητήριο του group, κάνουν το τελικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα προσιτό σε ευρύ φάσμα ακροατών. Το δε Secret of the American Gods που ακολουθεί, έχοντας γίνει γνωστό από το καλοκαίρι, παραπέμπει σε πιο πρόσφατους Guardian, χαρακτηρίζεται από mid tempo προσέγγιση με ρυθμό καλπασμό, ενώ για μια ακόμα φορά τα παιχνιδίσματα της φωνής του Hansi κλέβουν την παράσταση. Το γρέζι της φωνής του ξεχώριζε από την αρχή, ευθυνόταν σε μεγάλο βαθμό για την επιτυχία του γκρουπ από τότε, παρόλα αυτά η εξέλιξη και η δουλειά που έχει κάνει πάνω στα σωστά πατήματα, είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Violent Shadows για τη συνέχεια, όπου νομίζεις στην αρχή ότι μπλέχτηκε ένας δίσκος των Kreator στο player σου, μέχρι να μπουν τα φωνητικά. Κάτι που αφενός δεν είναι καθόλου κακό, για την ποικιλία και το εύρος επιρροών του δίσκου, αφετέρου μάλλον κάνει σαφή την αρχική απορία περί επιστροφής στις ρίζες. Το album μέχρι στιγμής ακούγεται σαν το μικρό αδερφάκι του At the Edge of Time και για Blind Guardian των τελευταίων 20 ετών, μόνο κακό δεν είναι αυτό. Μια ηχητική αλλαγή που επιχειρείται στο Life Beyond the Spheres έχει σκοπό να καταδείξει τη συνθετική ωριμότητα των Kursch/Olbrich, με το τραγούδι να είναι αξιοπρεπέστατο, παραπέποντας σε Blind Guardian των τελευταίων 7 8 ετών, με την ανάλογη αισθητική και ενορχήστρωση. Επιστροφή σε heavy speed μονοπάτια με το Architects of Doom, το οποίο έχοντας κάποια καλά riffs εδώ κι εκεί, μάλλον δε διεκδικεί τον τίτλο του καλύτερου τραγουδιού του δίσκου, χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι πρόκειται για μέτριο ή κακό τραγούδι. Αλλά ως γνωστόν, Blind Guardian σημαίνει κολλητικές φωνητικές γραμμές, ρεφρέν και γέφυρες που καρφώνονται στον εγκέφαλο σου και δε λένε να φύγουν. Και στο Let it Be no More, η εισαγωγή με τον Hansi δείχνει να καλύπτει τον προηγούμενο χαρακτηρισμό, ενώ σαν σύνθεση με την προσέγγιση "μπαλάντας" κρίνεται παραπάνω από αξιοπρεπής, δίνοντας την κατάλληλη πάσα για την κατακλείδα του δισκου. Με το Blood of the Elves να αποτελεί ένα αρχετυπικό τραγούδι για το γκρουπ, το οποίο παίρνει όλη τη speed κληρονομιά αυτού περνώντας την μέσα από ένα σύγχρονο πρίσμα, με τη δεδομένη ποικιλία στις φωνητικές και φυσικά το ζουμί, που δεν είναι άλλο από ένα ακόμα σπουδαίο χωρωδιακό ρεφρέν, από αυτά που τόσο αγαπήσαμε σε αυτό το συγκρότημα. Το Destiny κλείνει πανηγυρικά ένα πάρα πολύ καλό δίσκο, όντας ένα mid tempo με αρκετά ξεσπάσματα τραγούδι, ιδανικό για κατακλείδα ενός δίσκου με ξεκάθαρη προσέγγιση, που δείχνει ένα συγκρότημα με χαρακτήρα αλλά κυρίως με αυτογνωσία.


Μακριά από τον πειραματικό χαρακτήρα των τελευταίων δύο προσπαθειών, θα μπορούσε κανείς να τοποθετήσει το The God Machine δίπλα στο At the Edge of Time, με το μόνο ίσως μειονέκτημα την απουσία ενός πραγματικά σπουδαίου τραγουδιού όπως τα Sacred Worlds ή ακόμα και τα Tanelorn και Voice in the Dark. Κάτι που σίγουρα είναι σχετικό, καθώς αρκετό από το υλικό του album εχει το potential να γίνει fan favourite στη συνέχεια. Η ουσία παραμένει πως οι Blind Guardian παραμένουν ένα γκρουπ που σέβεται τους fans τους αλλά κυρίως τον εαυτό του, δουλεύοντας ξανά και ξανά τη μουσική τους πάνω σε μια διαμορφωμένη εδώ και 20 περίπου χρόνια formula, μέσα στην οποία δείχνουν ιδιαίτερα άνετοι να δημιουργήσουν πολυδιάστατους ύμνους, με διάφορες σπόντες εδώ κι εκεί να παραπέμπουν στο σπουδαίο 90s παρελθόν τους. Μετά από μια φοβερή συναυλία στην πλατεία Νερού, για τα 30χρονα του Somewhere Far Beyond, και με το The God Machine να δείχνει πως έχει τον πλέον σωστό προσανατολισμό, οι fans μπορούν ίσως να ελπίζουν σε έναν επόμενο δίσκο ο οποίος θα συνδυάσει για μια ακόμα φορά τα καλύτερα στοιχεία της πλούσιας καριέρας του γκρουπ, δημιουργώντας ένα ακόμα larger than life αριστούργημα. Σαν και αυτά που έκαναν το δέσιμο των Blind Guardian με τους οπαδούς τους πραγματικά μοναδικό. Αυτά που τελευταία φορά ακούσαμε το μακρινό 1998...


Πηγή φώτο : Blind Guardian Official FB Page

42 Προβολές0 Σχόλια