R.E.M. : New Adventures in Hi-Fi (1996)


Αύγουστος του 1995. Οι R.E.M. βρίσκονται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Ο ντράμερ Bill Berry βρίσκεται στο νοσοκομείο και υποβάλλεται σε χειρουργική επέμβαση εγκεφάλου για τη θεραπεία δύο ανευρυσμάτων στη δεξιά του πλευρά, ένα εκ των οποίων έσπασε ενώ έπαιζε στη σκηνή. Ο μπασίστας Mike Mills υποβάλλεται σε επείγουσα επέμβαση στην κοιλιά και ο τραγουδιστής Michael Stipe διαγνώστηκε με βουβωνοκήλη. Δυό μήνες αργότερα κι αφού αποκαταστάθηκε η υγεία των τριών / τετάρτων του group, το συγκρότημα ξαναβγήκε στο δρόμο για την υποστήριξη του ένατου album τους “Monster”. Ο 4ος της παρέας Peter Buck παρότι ο ίδιος την είχε “γλυτώσει” από θέματα υγείας, στην περιοδεία είχε πάρει μαζί τις δίδυμες κόρες του, κι από κει που στην αρχή της αυτές μπουσουλάγανε, στο τέλος αυτής είχαν αρχίσει να περπατάνε και να μιλάνε. Ο Pete θα δήλωνε τότε το αυτονόητο, ότι δηλ το 1995 ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά για όλους τους R.E.M..


Η περιοδεία ήταν το ίδιο επεισοδιακή όπως και τα προεόρτια της. Ότι δυσκολία πέταγε η ζωή στα μούτρα των τεσσάρων R.E.M., αυτοί την άρπαζαν απ’τα μαλλιά και την έκαναν τραγούδι. Ταυτόχρονα, λοιπόν, έγραφαν και ηχογραφούσαν τον επόμενο, τον 10ο δίσκο τους, σχεδόν εξ ολοκλήρου στο δρόμο, ο οποίος αντικατοπτρίζει ένα συγκρότημα που ζει και ηχογραφεί στην κυριολεξία σε αυτόν. Τα περισσότερα τραγούδια ηχογραφήθηκαν ζωντανά ή κατά τη διάρκεια του soundcheck, ενώ δύο ή τρία ηχογραφήθηκαν σε κανονικό στούντιο ηχογράφησης.


Το “New Adventures in Hi-Fi” είναι ήδη 25 ετών, όμως από πάνω του δε φαίνεται να έχει περάσει ούτε μια μέρα. Το 2022 ακούγεται το ίδιο φρέσκο, και ίσως ακόμη πιο πολύ σε σχέση με τότε που πρωτο-κυκλοφόρησε. Οι πιο εναλλακτικοί, οι πιο μελωδικοί, οι πιο συναισθηματικοί, οι πιο φασαριόζοι, οι πιο σκληροί, οι πιο σκοτεινοί και οι πιο υποτιμημένοι R.E.M. είναι καταγεγραμμένοι στα αυλάκια αυτού του δίσκου. Η συνθετική τους φλέβα σε αυτό το album εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ύψη, κτυπάει “κόκκινο” και ξεπερνάει κάθε προηγούμενο αλλά και κάθε επόμενο αριστούργημα τους. Ο πλουραλισμός των θεμάτων με τα οποία καταπιάνονται σε αυτό, σε μουσικό και στιχουργικό επίπεδο συνθέτουν ένα album που όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει δεν το έχω χορτάσει ακόμα. Είναι τεράστιο σε διάρκεια, διαρκεί κατά τι περισσότερο από 65 λεπτά, που σημαίνει ότι οι R.E.M. ήθελαν τόσα πολλά να πουν μέσα από αυτό και ποιος ξέρει και τι άλλο υλικό θα κόπηκε. Δηλ το μάθαμε κι αυτό στην Box Set επανέκδοση του το 2021 για τα 25α του γενέθλια, όπου ένα ολόκληρο cd περιείχε b-sides, outtakes και live υλικό από την περιοδεία.



Πείτε με υπερβολικό αλλά καθαρά μουσικά μιλώντας, έχω να ακούσω τόσο αρμονικό δέσιμο των ήχων της κιθάρας, ηλεκτρικής και ακουστικής, με τα πιάνο, τα moogs και τα synthesizers, και εννοείτε και της rhythm section, από την εποχή του “Burn” που ο Jon Lord με τον Ritchie Blackmore με άφηναν άφωνους με τις εναλλαγές των solo τους ή από τότε που ο Steve Howe και ο Rick Wakeman έκαναν τα δικά τους στο “Close to the edge”. Η τραγουδοποιία του Michael Stipe πάντα ήταν ιδιαίτερη, στο “New Adventures” δεν χορταίνεις να διαβάζεις στίχους μόνο και μόνο για να κάνεις πλουσιότερο το Αγγλικό σου λεξιλόγιο και φρασεολόγιο.


Το μεγαλείο αυτού του μουσικού έργου εκτείνεται:


Από την απογοήτευση του ήρωα του “How the west was won and where it got us” με το αυτοσχεδιαστικό παίξιμο στο πιάνο από τον Mike Mills, ο οποίος ως άλλος Thelonious Monk, ξέρει ότι δεν υπάρχουν λάθος νότες, έως την αλόγιστη χρήση παραισθησιογόνων δίχως αύριο του “So fast, so numb”.


Από την απολογία “New test leper” του δεν τρελαίνομαι για τη θρησκεία αλλά δεν κατακρίνω αυτούς που πιστεύουν, έως το ανατριχιαστικό “E-bow the letter” ντουέτο με τη θεά Patti Smith που κάθε φορά που το ακούω όλο και κάποιο δάκρυ συγκίνησης θα τρέξει αυθόρμητα, λες και είναι προγραμματισμένο να γίνει κάθε φορά στο άκουσμα του πρώτου “I’ll take you over”. Ίσως το συγκλονιστικότερο τραγούδι που έγραψε ποτέ η μπάντα.


Από την εύθραυστη έως και αφελή, αλλά ταυτόχρονα και πολύ δυνατή ηλεκτρική μπαλάντα “Be mine” έως το παραμορφωτικό και εκκωφαντικό “Leave”.


Από το “Departure” που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα ένα hard rock άκουσμα υψηλού επιπέδου έως το πιο ήρεμο και πιο φόλκυ φινάλε “Electrolite” με το πιάνο και το βιολί να κλέβουν την παράσταση.


Όλα όμως τα τραγούδια του album εξιστορούν κάτι ξεχωριστό και ιδιαίτερο και όλα τα τραγούδια, εκτός από τα υποτιθέμενα πιο κραχτά hits του, τα θεωρώ deep cuts: “The wake-up bomb”, “Undertow”, “Low desert”, “Zither” : όλα κομμάτια υπερβολικά υψηλού επιπέδου.


Μπορεί το “New Adventures In Hi-Fi” να μην έχει τις ενορχηστρώσεις, που είχε κάνει ο τεράστιος John Paul Jones των Led Zeppelin, στο “Automatic for the people”, και να είναι ενορχηστρωμένο μόνο με τα κλασσικά ροκ όργανα μια κλασσικής ροκ μπάντας, είναι όμως τόσο τέλειο και πλούσιο σε ήχους, σε μουσικές, σε χρώματα και συναισθήματα που είναι από αυτά τα albums που λες ότι δε θα χρειαζόταν ούτε μια νότα παραπάνω για να γίνει καλύτερο, πιο εύηχο και πλουσιότερο.


Κι αφού το ανασύρω κάθε φορά από τη δισκοθήκη μου, κι αφού το απολαύσω, κι αφού κάθε φορά με αφήνει και ανικανοποίητο για μια επόμενη ακρόαση, μέσα μου γίνεται μια πάλη για να αποφασίσω αν το “New Adventures in Hi-Fi” είναι καλύτερο από το “Automatic for the People” ή το αντίθετο. Η αμέσως επόμενη σκέψη μου όμως είναι πάντα: έχει νόημα να πάρω ποτέ αυτή την απόφαση;


Πάνος Αντύπας

29 Προβολές0 Σχόλια