Classic Albums Revisited : Humble Pie - Smokin'


Η rock ταινιοθήκη αποτελεί μια ολόκληρη κατηγορία από μόνη της, προς ξεχωριστή εξερεύνηση. Ταινίες που ήταν αποτέλεσαν επιτυχίες στο box office, είτε δεν μπόρεσαν να υπερβούν (αισθητικά και εμπορικά) το όριο της b-movie, καταλήγοντας ως cult αναφορές μεταξύ των φανατικών του είδους. Το Almost Famous, η ιστορία του φανταστικού classic rock συγκροτήματος Stillwater με την ταυτόχρονη ανέλιξη του rock δημοσιογράφου William Miller, διεκδικεί για πολλούς λόγους που σίγουρα θα αναφερθούν σε μελλοντική αρθρογραφία, τον τίτλο της καλύτερης rock ταινίας όλων των εποχών. Η ζωή στις περιοδείες, οι κόντρες και έριδες μέσα σε ένα συγκρότημα, ο ρόλος του (κάθε) Rolling Stone, όλα μπλέκονται περίτεχνα σε ένα εξαιρετικό σινεματικό δίωρο. Που εκτός από τη φανταστική classic southern rock μπάντα των Stillwater (υπάρχουν και original Stillwater, southern rock κι αυτοί), γνωστοποίησε σε πολλούς από εμάς την ύπαρξη ενός group (το οποίο κρατούσε ρόλο στην ταινία και δεν αναφέρθηκε απλά) που αποτελεί διαμάντι στην κορώνα του classic rock, παρά το γεγονός ότι σπάνια θα πλασαριστεί στην πρώτη πεντάδα με δεκάδα προτιμήσεων. Οι Humble Pie από το Essex της Αγγλίας, ήταν ένα από τα πρώτα supergroups της ιστορίας, κυριοτέρως δε ήταν ένα συγκρότημα με εξαιρετικό υλικό προς εξερεύνηση.


Το συγκρότημα ιδρύθηκε στα τέλη των 60s και έπεσε ακριβώς επάνω στη μεταβολή του ψυχεδελικού ήχου της εποχής, σε πιο σκληρές φόρμες βασισμένες στις blues ρίζες των καλλιτεχνών. Τα δύο πρώτα albums του συγκροτήματος As Safe as Yesterday is και Town and Country, παρουσιάζουν ένα διαφορετικό πρόσωπο από αυτό με το οποίο έγιναν αγαπητοί στο ευρύ κοινό, με ξεκάθαρο folk και country προσανατολισμό, παρά τα διάφορα blues περάσματα εδώ κι εκεί. Από το φοβερό ομώνυμο album του 1970, οι Humble Pie σκληραίνουν τον ήχο τους, χρησιμοποιούν τις boogie αναφορές τους, καβαλώντας έτσι το άρμα του αναπτυσσόμενου classic rock ρεύματος, χωρίς να το αφήσουν για το μεγαλύτερο μέρος των 70s. Σημαντικότερες προσωπικότητες του συγκροτήματος, αναμφίβολα ο Steve Marriott, με την χαρακτηριστική φωνή με το γρέζι που αποτελεί από τις πλέον unique φωνές στο χώρο, αλλά φυσικά και ο Peter Frampton, ο οποίος αποχώρησε μετά το υπερεπιτυχημένο Rockin' the Fillmore live album, ώστε να ακολουθήσει λαμπρή (όπως αποδείχτηκε) προσωπική καριέρα, καριέρα που εκτοξεύτηκε από την κυκλοφορία του Frampton Comes Alive κάποια χρόνια αργότερα. Παρά την αποχώρηση λοιπόν του Frampton, το συγκρότημα όχι μόνο δεν το έβαλε κάτω αλλά κυκλοφόρησε ένα από τα καλύτερα albums της καριέρας του, ένα album το οποίο αποτελεί αντικείμενο cult λατρείας ανάμεσα στους φανατικούς οπαδούς του είδους. Με την έλευση του καινούριου κιθαρίστα Clem Clempson, που συνεργάστηκε με ονόματα όπως ο Jack Bruce, o Billy Cobham αλλά και οι fusion ήρωες Colloseum, ο ήχος του group γίνεται πιο στακάτος, οριοθετείται ξεκάθαρα στο hard rock των early 70s, κάνει το Smokin' ένα δίσκο σημείο αναφοράς για μελλοντικές κυκλοφορίες, τόσο του group όσο και άλλων συγκροτημάτων.

Το album από την πολύ αρχή κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις του. Η βελόνα πέφτει επάνω στο βινύλιο και μέσα από την πεντακάθαρη παραγωγή του Keith Harwood (David Bowie - Diamond Dogs μεταξύ άλλων, από το εισαγωγικό Hot n' Nasty ακόμα, ακούμε όλα αυτά τα συστατικά που αγαπήσαμε στο classic rock, σε ένα στακάτο βαρβάτο 4/4 τραγούδι. Από την εισαγωγική κουδούνα στα τύμπανα, το δυναμικό μπάσο που δε φοβάται να σολάρει και εν μέσω του βασικού θέματος του τραγουδιού, τα παιχνιδίσμα του hammond και του πιάνου. Φυσικά πάνω απ'όλα η εντελώς χαρακτηριστική φωνή του Steve Marriott, με ένα από τα πιο αγαπημένα και χαρακτηριστικά γρέζια στη rock ιστορία. Συνέχεια με το αργόσυρτο heavy The Fixer, μια άρτια σύνθεση κάπου ανάμεσα στις μεγάλες στιγμές των Grand Funk Railroad και την πρώιμη αλητήρια περίοδο των ZZ Top. Οι κιθάρες των Marriott και Clempson σε πρώτο πλάνο, σε ένα ηχητικό τοπίο το οποίο δηλώνει ξεκάθαρο rock προσανατολισμό, βασισμένο στη δύναμη της εξάχορδης παρά στη δημιουργία κάποιας ιδιαίτερης ατμόσφαιρας στο studio, μουσική έτοιμη ώστε να αποδωθεί live, ενώ υποθέτεις ότι στο μεγάλυτερο μέρος της ηχογραφήθηκε υπό live συνθήκες. Μετά το πανέμορφο ημι-ακουστικό διάλειμμα του You're so good to me, έρχεται η πρώτη τεράστια στιγμή του album. Η διασκευή του C'Mon Everybody του Eddie Cochran πληροί τις προδιαγραφές του όρου, καθώς ακούμε μια βαρύτατη και σε διαφορετικό tempo έκδοση του τραγουδιού, τοποθετημένη 100% στο ηχητικό τοπίο των Humble Pie με το αποτέλεσμα να ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Το refrain αρκεί πραγματικά για να πείσει και τον πιο αδαή. Ακολουθεί το Old Time Feelin' με το πιάνο του οποίου να παραπέμπει σε country καταστάσεις και να μας προετοιμάζει για μια εξίσου δυναμική Β' πλευρά του βινυλίου.


Και είναι τέτοια η φόρα που παίρνει το Smokin' σ'αυτό το σημείο, που ακολουθεί μία από τις μεγαλύτερες στιγμές στη δισκογραφία του group. Το 30 days in the Hole είναι χαλαρά μέσα στις 3 καλύτερες / μεγαλύτερες συνθέσεις των Humble Pie, ένας classic rock ύμνος από τους λίγους, τραγούδι που περιέχει όλα τα συστατικά και την πεμπτουσία του είδους. Για του λόγου το αληθές : Gov't Mule, Mr. Big, Ace Frehley, Black Crowes, Kick Axe και οι The Dead Daisies των Glenn Hughes και Doug Aldrich, είναι μόνο μερικά από τα groups και καλλιτέχνες που έχουν αποδώσει τα σέβη τους σε αυτό το τραγούδι. Το album δε θα σταματήσει εκεί. Το Road Runner θα παραπέμπει για άλλη μια φορά στο κλασικό αγαπημένο υλικό των Grand Funk Railroad, με τον τόσο ζεστό ήχο του hammond να πρωταγωνιστεί σε άλλη μια πολύ ωραία σύνθεση. Το I Wonder τιμά τις blues επιρροές των Humble Pie, με την καθηλωτική αρχή του και με έναν Steve Marriott να ακούγεται σαν μια ανδρική εκδοχή της Janis Joplin, ίσως στην καλύτερη φωνητική ερμηνεία του στο δίσκο, ενώ για το τέλος το group μας επιφυλάσσει άλλη μια όμορφη σύνθεση με το Sweet Peace and Time, ένα από τα δύο b-sides του 30 days in the Hole, με το άλλο να είναι το C'Mon Everybody. Ένας πραγματικά κορυφαίος δίσκος του είδους φτάνει στο τέλος, πείθοντας εύκολα τον ακροατή πως βρήκε ένα album ζωής, στα εννέα τραγούδια του πέμπτου album των Pie.


To Smokin' ήταν και είναι το album με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία του group, πωλήσεις για τις οποίες ευθύνεται λίγο πολύ η επιτυχία του 30 days in the hole ως ξεχωρίστό single. Ήταν δε η απαρχή μιας πολύ καλής περιόδου για το group, που συνεχίστηκε με διάφορα αξιόλογα albums και singles, χαρακτηριστικότερα των οποίων ήταν τα Eat It και Thunderbox που ακολούθησαν. Μετά από τα εν λόγω δύο, ακολούθησε μια κάποια πτώση στην απόδοση του group και ποιότητα του υλικού του, πτώση που οδήγησε στην προσωρινή διάλυση του 1981. Για τη διάλυση αυτή βέβαια ευθυνόταν και η ασθένεια του Steve Marriott εκείνη την εποχή, κατάσταση την οποία δεν ανέχτηκε η Atco Records, "σπάζοντας" έτσι το συμβόλαιο τους. Ο Steve Marriott θα φύγει από τη ζωή 10 χρόνια αργότερα με άσχημο τρόπο (που θα αναλυθεί εκτενέστερα στο μέλλον), ο δε Peter Frampton απολαμβάνει μέχρι σήμερα τους καρπούς μια πάρα πολύ επιτυχημένης προσωπικής καριέρας, που χαρακτηρίστικε από πολύ καλό υλικό να τον στηρίζει αλλά και τις πλέον σωστές επαγγελματικές επιλογές. Μπορεί μέχρι σήμερα οι Humble Pie να απολαμβάνουν τη δημοφιλία μέχρι το σημείο που θα τους χαρακτήριζε κάποιους ως cult, σίγουρα όμως αποτελούν ένα group που έχει πολλά να δώσει στους fans του είδους, fans που δε χορταίνουν το αυθεντικό κιθαριστικό hard rock των 70s, χωρίς κάποιους ιδιαίτερους πειραματισμούς.


Μπάμπης Καλογιάννης

41 Προβολές0 Σχόλια