Classic Albums Revisited : Samson - Don't Get Mad, Get Even

Το πέμπτο album του πρώτου group του Bruce Dickinson, κρυμμένο διαμάντι της δισκογραφίας τους αλλά και ολόκληρου του NWOBHM ήχου.


Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης

Όπως είναι λογικό, ο τεράστιος πλούτος του New Wave of British Heavy Metal (εφεξής NWOBHM), δεν μπορεί να καλυφθεί σε ένα αφιέρωμα δύο μερών (30+2 διαμάντια του New Wave of British Heavy Metal. Μέρος Δεύτερο (vinylian.gr), 30+2 διαμάντια του New Wave of British Heavy Metal. Μέρος πρώτο (vinylian.gr)). Από τα μέσα των 70s κι έπειτα, σε κάθε γωνιά του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και της Ιρλανδίας, μικρές και μεγάλες παρέες έδωσαν τον οβολό τους στο είδος, κάνοντας τη δικιά τους προσπάθεια ώστε να φτάσουν στο stardom, το οποίο δημιουργήθηκε από τους μεγάλους του Βρετανικού rock, από τα 60s κι έπειτα. Πέρα από αυτά τα groups που κυκλοφόρησαν ένα-δύο albums (όπως και πολλά 7ιντσα, το φετίχ του είδους), υπάρχει και η σχετικά άγνωστη δισκογραφία των cult ηρώων του είδους, τα albums τα οποία παρουσιάστηκαν στο κοινό σε μια περίοδο όπου το NWOBHM είχε κορεστεί, χάνοντας έτσι σημαντικές πιθανότητες για ευρεία αναγνώριση. Πρόκειται κυρίως για δίσκους από το 1984 κι έπειτα, εποχή κατά την οποία οι πρωτομάστορες του genre έχουν ήδη γνωρίσει την καταξίωση, πολλες φορές με ήχο διαφορετικό από αυτόν με τον οποίον ξεκίνησαν. Ανάμεσα στους πιστούς που παραμείναν πιστοί (ή προσκολλημένοι κατά άλλους), στο ηχόχρωμα με το οποίο ξεκίνησαν, ήταν και οι αγαπημένοι Samson, οι οποίοι ήταν κάτι πολύ παραπάνω από "φυτώριο" μελών για την υπόλοιπη σκηνή...


Διότι καλώς ή κακώς, ο κυριότερος λόγος για τον οποίο σήμερα μνημονεύει κάποιος τους Samson είναι φυσικά η θητεία του Bruce Dickinson (ως Bruce Bruce), κατά την περίοδο στην οποία οι Iron Maiden πορεύονταν με τον Paul DiAnno. Όπως αντίστοιχα κι η θητεία του Clive Burr σε αυτούς, πριν προσχωρήσει στους Maiden το Δεκέμβριο του 1979 ώστε να ηχογραφήσουν μαζί τα τρία πρώτα albums. Οι Samson όμως ήταν ένα πολύ στιβαρό group, με σημαντική και σοβαρή παρουσία στη δισκογραφία, τιμώντας κάθε επιρροή και είδος με το οποίο ασχολήθηκαν, από το χύμα NWOBHM των πρώτων ημερών, μέχρι το hard rock και το AOR της μεσαίας περιόδου. Το album Don't Get Mad Get Even του 1985 ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, είναι δε πολύ εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί δε γνώρισε κάποια σημαντική, ή τουλάχιστον μεγαλύτερη, αναγνώριση, αναλογιζόμενος το εύρος και την ποιότητα των κυκλοφορίων εκείνη την περίοδο, αλλά και συγκεκριμένα εκείνη τη χρονιά. Είναι τουλάχιστον άδικο όμως, για έναν αψεγάδιαστο δίσκο, από ένα συγκρότημα το οποίο μετουσιώνει όλη την εμπειρία που έχει αποκτήσει σε μια συμπαγέστατη ηχογράφηση στην οποία συναντά κανείς τουλάχιστον 1 ή 2 κλασικά τραγούδια, μαζί με το υπόλοιπο αξιοπρεπέστατο υλικό. Ταυτόχρονα, το "φυτώριο" των Samson "βγάζει" και τον Pete Jupp από τα draft, drummer που μαζί με τον Merv Goldsworthy στο μπάσο (επίσης παλιό μέλος των Samson), θα αποτελέσουν επί πολλά χρόνια το rhythm section των αγαπημένων AOR ηρώων, FM.


Παρά το γεγονός ότι η επιτυχία των συμπατριωτών τους πιέζει τους Samson (μέσω της εταιρείας τους) για πιο εμπορικό υλικό, το Don't Get Mad Get Even δεν κάνει σε καμία περίπτωση έκπτωση στην ποιότητα του. Έτσι κι αλλιώς το συγκρότημα έχει προέλθει από το πολύ καλό Before the Storm album, στο οποίο η παρουσία του εξαιρετικού Nicky Moore στα φωνητικά (με το χαρακτηριστικό γρέζι του), κάνει την ηχητική στροφή σχεδόν απαραίτητη. Ακόμα και στο generic ραδιοφωνικό υλικό του Dont Get Mad..., όπως το εναρκτήριο Are you Ready, ο ιθύνων νους Doug Samson προσέχει και την τελευταία λεπτομέρεια ώστε να παρουσιάσει ένα σοβαρό και καλοδουλεμένο αποτέλεσμα στους fans. Ευτυχως δε, ο δίσκος θα έχει τις σπιντάτες NWOBHM στιγμές του, με τα Love Hungry και Burnin Up να παραπέμπουν κατευθείαν στις μεγάλες στιγμές του είδους, εποχής 1979-82. Ειδικά το δεύτερο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μέρος κάποιου Hell Bent for Leather φερ ειπείν. Στη συνέχεια το album επανέρχεται σε mid-tempo ρυθμούς, ραδιοφωνικής προσέγγισης ως επί το πλείστον, στροφής ανάλογης με αυτή που επιχείρησαν οι Saxon στο Crusader και πολύ περισσότερο στο Innocence is no Excuse. Τραγούδια όπως τα Bite on the Bullet και The Fight Goes On, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές, ενώ η προσπάθεια για ραδιοφωνικό AOR ήχο (με σοβαρή και στιβαρή κιθαριστική δουλειά όμως), έρχεται στο κλείσιμο του δίσκου με τραγούδια όπως τα Leaving Love (Behind) και Doctor Ice, υλικό που παραπέμπει στις φοβερές πρώτες δουλειές των Foreigner, τουλάχιστον αισθητικά και ηχητικά. Ο δίσκος τελειώνει και παρόλο που δεν υστερεί διόλου σε ποιότητα, καταδεικνύει ένα συγκρότημα που έχει απομακρυνθεί πολύ από την αρχική του κατεύθυνση (ίσως και στόχο). Έτσι λοιπόν, νομοτελειακά μετά την κυκλοφορία του album επέρχεται η διάλυση του group, με τις μετέπειται δουλειές να κυκλοφορούν ως solo δίσκοι του Paul Samson, μέχρι τις προσπάθειες για reunion στα 90s.


Για το τέλος, ιδιαίτερης ξεχωρίστης αναφοράς χρήζει το ομώνυμο έπος του δίσκους, ένας αιώνιος ύμνος του NWOBHM και σίγουρα μέσα στα δέκα πιο υποτιμημένα τραγούδια του είδους. Με το αλά Heaven and Hell tempo τους, τους ιδιαίτερους προσωπικούς στίχους, τη φοβερή ερμηνεία του Nicky Moore, τα solos και leads στο μέσο του. Το Don't Get Mad Get Even είναι το διαμάντι του δίσκου, το κρυμμένο μυστικό της δισκογραφίας των Samson αλλά και ολόκληρου του genre. Ο δε Moore, ανήκοντας στην αγαπημένη κατηγορία των τραγουδιστών με τραχιά φωνή και γρέζι, δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει ιδιαίτερα αξιοσημείωτη καριέρα (όσον αφορά το εκτόπισμα των συνεργατών του), ωστόσο οι ερμηνείες του στα Before the Storm και κυρίως στο υπό παρουσίαση album, καταδεικνύουν το μεγάλο ταλέντο του και στέκονται ως highlights των ηχογραφήσεων του.


Ύστερα από τη διάλυση του group, ο Paul Samson ασχολήθηκε με την παραγωγή δίσκων αλλά και με τη blues μουσική, διαμένοντας μάλιστα για ένα χρόνο και στο Chicago. Υπήρξαν κάποιες φήμες που προήλθαν από πρώην συνεργάτες του, για συμμετοχή του στο θρυλικό Black Betty των Ram Jam στα 70s, ωστόσο αποδείχτηκαν ανυπόστατες. Τα reunions των Samson στα 90s δεν είχαν ως αποτέλεσμα την κυκλοφορία νέου δίσκου, έτσι σχετικά απών από τη δισκογραφία θα μείνει στην ιστορία για τα πολύ καλά albums της αρχικής περιόδου του group, αλλά για τη συμμετοχή εξαίρετων μελών της NWOBHM κοινότητας στο συγκρότημα. O Paul Samson φεύγει από τη ζωή ύστερα από μάχη με τον καρκίνο, στις 9 Αυγούστου του 2002 στο Norwich. Ήταν μόλις 49 ετών.




48 Προβολές0 Σχόλια