Classic Albums Revisited : The Cult - Love

Το μίνι αριστούργημα του συγκροτήματος του Ian Astbury, πριν από την hard rock επέλαση και επιτυχία στα τέλη των 80s.

Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης

Η κορύφωση της καριέρας τους ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του 80, όταν οι The Cult ήταν αρκούντως τυχεροί να κυκλοφορήσουν ένα hard rock αριστούργημα με party διάθεση, ακριβώς τη στιγμή που το είδος γνώριζε το απώγειο της δόξας του, πριν από το "γύρισμα του τραπεζιού" και την άνοδο της σκηνής του Seattle. Το Sonic Temple ήταν ένας αψεγάδιαστος ογκόλιθος που τα είχε κυριολεκτικά όλα, από το εξαιρετικό πρωτόλειο υλικό του, μέχρι τον σεμιναριακό ήχο που του χάρισε ο παραγωγός Bob Rock. Ο τελευταίος, μαζί και με το Dr. Feelgood των Motley Crue, "έφτιαξε" το όνομα του ώστε αργότερα οι Μetallica να τον προτιμήσουν για την ηχογράφηση του δίσκου ο οποίος μέχρι και σήμερα αποτελεί ένα φαινόμενο πωλήσεων, όντας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μέσα στα περισσότερα σπίτια παγκοσμίως, μιλάμε για το Black Album φυσικά. Το Sonic Temple έχει απλά μέσα του ένα Fire Woman, ένα Edie (Ciao Baby), ένα αδικημένο American Horse και πολλά άλλα που σε συνδυασμό με την πρωτοκαθεδρία του MTV, έκαναν τους The Cult το πλέον hot όνομα της εποχής. Η επιτυχία φυσικά δεν ήρθε από τη μια στιγμή στην άλλη, καθώς το συγκρότημα έχτιζε σιγά σιγά την ισχύ του, με πολύ καλούς έως κορυφαίους δίσκους που στην αρχή μάλιστα απείχαν παρασάγγας από τον ήχο του Sonic Temple. Η περίπτωση του Love LP του 1985 είναι κάτι παραπάνω από ενδεικτική.


Δεν είναι μόνο η μεγάλη επιτυχία του She Sells Sanctuary που έμελλε να δώσει ένα εξαιρετικά μεγάλο boost στο group (χαρακτηριστικά είχε ανέβει μέχρη τη 15η θέση των singles charts στο Ηνωμένο Βασίλειο). Το Love αποτελεί μάρτυρα μιας άλλης εποχής για τους The Cult, καθώς αποτέλεσε αφενός μεταίχμιο για την αλλαγή του ήχου τους στο Electric LP δύο χρόνια αργότερα, αφετέρου περιείχε στο έπακρο όλα τα στοιχεία της πρώτης περιόδου του συγκροτήματος, μέσα από μια αδιαμφισβήτητη συνθετική ικανότητας. Το ντουέτο των Ian Astbury και Billy Duffy ξεχώριζε από τότε για τη χημεία του, με την "μόρτικη" αισθησιακή φωνή του πρώτου να αποτελεί σήμα κατατεθέν του group μέχρι σήμερα. Μουσικά ωστόσο και σε συνέχεια του Dreamline ντεμπούτου του σχήματος, το Love βρίσκοταν σε εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στο new wave (ο Billy Duffy ξεκίνησε την καριέρα του ως συνεργάτης του Morrissey εξάλλου), το gothic rock όπως το όρισαν λίγο πολύ οι Sisters of Mercy, αλλά και το 80s hard rock με τις επιρροές του να διαφαίνονται κυρίως στα lead κιθαριστικά θέματα. Πολύ μακριά από την up tempo διάθεση των επόμενων προσπαθειών του, οι The Cult κυκλοφόρησαν έναν δίσκο πεσιμιστικό κατά βάση, μελαγχολικό αλλά όχι μίζερο, με το τελικό αποτέλεσμα να κρίνεται, πέρα από επιτυχημένο, ως αρκετά προσωπικό, καθώς ο συνδυασμός των προαναφερθέντων στοιχείων έδωσε πολύ ξεχωριστή υπόσταση στον ήχο τους. Φυσικά η επιτυχία και η μνήμη ενός δίσκου 37 χρόνια αργότερα, δε θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς την ποιότητα των τραγουδιών. Και εκεί είναι που οι The Cult υπερτερούσαν ανέκαθεν, ακόμα και απέναντι σε πολλά γνωστά ονόματα του χώρου τους. Στο κάτω κάτω, τα 2.5 εκατομμύρια πωλήσεων του δίσκου θα μπορούσαν να μιλήσουν από μόνα τους.


Μια περιποιημένη Nirvana για την αρχή του album και παρόλο που δεν υπάρχει καμία σχέση με την παρέα του Kurt Cobain, όπως κάθε εισαγωγικό τραγούδι που σέβεται τον εαυτό του, το εν λόγω δείχνει τις διαθέσεις του Love από την αρχή. Γοτθική ατμόσφαιρα και "ήχος", κιθάρες χωρίς ιδιαίτερη παραμόρφωση και ένας Ian Astbury σε ελεύθερο ρόλο, να τραγουδάει με άνεση τα θέματα του χωρίς να ζορίζει ιδιαίτερα τη φωνή του, προσθέτοντας και το απαραίτητο γρέζι όπου χρειάζεται. Η τριάδα Big Neon Glitter, Love και Brother Wolf Sister Moon θα κινηθεί σε mid tempo μονοπάτια, με το ομώνυμο να ξεχωρίζει ως μία από τις δυνατές στιγμές του album. Στιχουργικά δε κάνει σαφές το μήνυμα της επικράτησης της αγάπης, χρησιμοποιώντας μονάχα τέσσερις πέντε επαναλαμβανόμενες λέξεις. "Love, obviously, very soon, everybody". Την πρώτη πλευρά του LP θα κλείσει η πρώτη πραγματικά μεγάλη στιγμή του album. Το Rain αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα 5-10 καλύτερα τραγούδια του συγκροτήματος και παρόλο που η έμπνευση του ήταν ο χορός της βροχής (από την ενασχόληση του Ian Astbury με τον πολιτισμό των ιθαγενών), ταυτίστηκε στο μυαλό των fans με τον βροχερό καιρό και φιγουράρει φυσικά σε κάθε λίστα με τραγούδια της εν λόγω θεματικής. Μουσικά, το lead θέμα του Billy Duffy είναι κολλητικό όσο λίγα, ενώ το τραγούδι θα συνοδευτεί και από ένα ιδιαίτερα προκλητικό, ακόμα και για τα mid 80s, videoclip κατά το οποίο ο Astbury μετατρέπει το μικρόφωνο σε αντικείμενο του πόθου...

Βάζοντας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη δεύτερη πλευρά του βινυλίου, ο ακροατής δεν έρχεται αντιμέτωπος με κάποια ιδιαίτερη έκπληξη. Το υλικό παραμένει στο ίδιο μοτίβο μιας πολύ σκληρής έκδοσης του new wave, όπως το παρουσίασαν groups σαν τους Killing Joke ή σαν τους The Police (κατά μια πιο ευρεία έννοια). Η gothic διάθεση αποτελεί εγγενές στοιχείο του δίσκου, κάτι που διαφαίνεται σε τραγούδια όπως το (ιδιαίτερα heavy) Phoenix αλλά και το Revolution, ιδιαίτερα αδικημένο το οποίο κατέληξε στη σκιά των μεγάλων στιγμών του δίσκου. Η μεγαλύτερη των οποίων είναι φυσικά το She Sells Sanctuary, το πασίγνωστο και ιστορικό αυτό τραγούδι το οποίο έδωσε την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση στους The Cult ώστε να πατήσουν στην υφιστάμενη επιτυχία τους και να απογειωθούν με τα μετέπειτα τους βήματα. Το single κυκλοφόρησε κάνοντας πάταγο, ενώ έκτοτε το συγκρότημα έχει κυκλοφορήσει διάφορες εκδοχές και remixes του τραγουδιού, με το αυθεντικό να παραμένει φυσικά αξεπέραστο. Το album κλείνει πανηγυρικά με το Black Angel, σε μια σύνθεση η οποία ξεδιπλώνει το μεγαλείο της φωνής του Ian Astbury και τον κάνει αναγνωρίσιμο ως έναν από τους πολύ σημαντικούς frontmen των 80s.


Η σημασία ενός δίσκου πολλές φορές αναδεικνύεται από τις επόμενες προσπάθειες ενός group, στις οποίες στάθηκε ως stepping stone κατά μία έννοια. Ύστερα από το Love, οι The Cult γνώρισαν μια άνευ προηγουμένου επιτυχία, με κορυφαίους δίσκους όπως το Electric και το Sonic Temple να στέκονται ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές της δεκαετίας, έστω και με πολύ διαφορετικό ήχο από αυτόν του υπό παρουσίαση album. Ο Ian Astbury είχε την κορύφωση της δημοφιλίας του ως αντικαταστάτης του Jim Morrisson, στο βραχύβιο project The Doors of the 21st Century, ενώ το συγκρότημα ηχογραφεί με ιδιαίτερη επιτυχία μέχρι σήμερα, ετοιμάζοντας και μια τουρνέ με τον Alice Cooper για την τρέχουσα χρονιά. Το Love είναι ένα album που αξίζει την προσοχή αυτών που αρέσκονται σε 80s ακούσματα, ακόμα και αν δείχνει μια όχι και τόσο συνηθισμένη πλευρά ενός group που μεγαλούργησε σε άλλα ηχοχρώματα. Οι The Cult έφτασαν δικαίως στα ύψη δημοφιλίας που έφτασαν. Το Love ήταν απλά η απαρχή.


52 Προβολές0 Σχόλια