Dreamers Never Die – Είδαμε το ντοκιμαντέρ για τον Ronnie James Dio

Η ανυπομονησία να δούμε στη μεγάλη οθόνη την ιστορία της μεγαλύτερης φωνής που γνώρισε ποτέ το Heavy Metal, αλλά και κάποιες σκέψεις για την καριέρα του Ronnie James Dio που πάνε λίγο παραπέρα.


Γράφει ο Μάνος Μαρκόπουλος.


Στο άκουσμα της κυκλοφορίας του πρώτου -επίσημου- ροκ ντοκιμαντέρ για τον Ronnie James Dio, σύσσωμη η μουσική κοινότητα αναφώνησε «επιτέλους!». Βλέπετε, η ως τώρα έλλειψη σε αρχειακό οπτικοακουστικό υλικό με οργανωμένη μορφή, καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη για μια σοβαρή και ποιοτική προσπάθεια ώστε να αποτυπωθεί στην οθόνη η τόσο σπουδαία καριέρα αλλά και η πολυσχιδής προσωπικότητα του Dio.


Την Τετάρτη 28/9/2022 ήταν η παγκόσμια πρεμιέρα της νέας ταινίας «Dio: Dreamers Never Die» και στην Αθήνα η προβολή πραγματοποιήθηκε με χαρακτήρα event στο γνωστό κινηματογράφο «Δαναός» στους Αμπελόκηπους. Η προσέλευση ήταν αθρόα από ενθουσιώδεις fans και είχαμε μια αίθουσα γεμάτη. Μετά από μια μικρή καθυστέρηση στην προγραμματισμένη ώρα και εφόσον προηγήθηκαν κάποιοι προλογισμοί, ξεκινά η πολυαναμενόμενη ταινία.

Το δίδυμο των δυο κινηματογραφιστών Don Argott και Demian Fenton, αρκετά έμπειρων στο κομμάτι του ροκ ντοκιμαντέρ, επιλέγει να ακολουθήσει το συνηθισμένο και ασφαλή τρόπο του linear storytelling: ξεκινάμε κανονικά λοιπόν από την παιδική ηλικία του Ronnie, μεγαλώνοντας στο ασφαλές και ήρεμο περιβάλλον που προσφέρει μια μικρή πόλη της πολιτείας της Νέας Υόρκης, με τη ζεστασιά της ιταλοαμερικανικής οικογένειας και την ανεμελιά της αμερικανικής επαρχίας. Ο μικρός Ronald θα ξεκινήσει το ταξίδι του στη μουσική παίζοντας αρχικά τρομπέτα και στη συνέχεια πιάνοντας το ηλεκτρικό μπάσο και το μικρόφωνο θα κυνηγήσει το όνειρό του με σχήματα που αποτελούνταν από τους φίλους του. Από τα 60s και το rock’n blues των Ronnie and the Prophets, μέχρι και την ίδρυση των Elf, ενός καθαρόαιμου hard rock σχήματος με σαφείς επιρροές από Deep Purple, τους οποίους ο Ronnie και οι φίλοι του είχαν ως είδωλα.


Στην αφήγηση αυτή των πρώτων χρόνων του Ronnie, έχουμε διάφορες συνεντεύξεις, μεταξύ άλλων και του ξαδέρφου του και επίσης μουσικού David «Rock» Feinstein. Εκεί, μας μεταφέρονται κάποια από τα πρώτα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του με προεξέχουσα την παροιμιώδη επιμονή που επέδειξε στο κυνήγι του ονείρου του, παρά τις όποιες δυσκολίες παρουσιάζονταν στην πορεία του. Εκεί, θα δούμε αρκετές μαρτυρίες ενώ άκρως ενδιαφέρουσα όσο και αστεία είναι αυτή του Roger Glover για την πρώτη συνάντηση του Ronnie με τους Deep Purple.


Η συνέχεια γνωστή. Ο Ronnie θα πέσει για πρώτη φορά στο ραντάρ του εξαιρετικά επιλεκτικού και «δύσκολου» Richie Blackmore όταν οι Elf ανοίγουν τις συναυλίες των βρετανών hard rock superstars. Με τη συγκυρία της ολοένα και αυξανόμενης δυσφορίας του Blackmore με τη διαφαινόμενη funk - R’n’B κατεύθυνση των Deep Purple (ελέω της επιρροής από τα νέα μέλη Hughes και Coverdale) θα γίνει η νομοτελειακή σύμπραξη Dio - Blackmore και η ίδρυση των Rainbow, με ξεκάθαρη αποστολή: να διαφοροποιηθούν από τις υπόλοιπες ροκ μπάντες της εποχής και να δημιουργήσουν επικό, πομπώδες hard rock, με βασικό συστατικό στο μείγμα το κλασικίζον ηχόχρωμα που θα υπερσκελίζει το blues.


Από την ταινία, απουσιάζει όπως αναμενόταν, ο "πολύς" Richie Blackmore

Στους Rainbow ο Ronnie θα αφήσει το πρώτο μεγάλο αποτύπωμα στον παγκόσμιο μουσικό χάρτη. Εκεί θα αναπτύξει και το μετέπειτα σήμα κατατεθέν του, δηλαδή τη στιχουργική που καταπιάνεται με υπερβατικά και φανταστικά θέματα, στυλιζαρισμένη με μπόλικο folk, μεσαίωνα, μαγεία και επικούς μύθους. Όλα αυτά όμως πάντα υπό τη σκέπη της αλληγορίας και των δυνατών μηνυμάτων στον ακροατή, κάτι που ήταν πάντα ο στόχος του Ronnie ως στιχουργός. Αυτή η χαρακτηριστική αισθητική του Dio θα έρθει αργότερα σε σύγκρουση με την επιθυμία του Blackmore να κατακτήσει το αμερικανικό ραδιόφωνο, ρετουσάροντας τους Rainbow με εμπορικότητα και love songs. H αποχώρηση του Ronnie από τον πρώτο μεγάλο σταθμό της καριέρας του ήταν μονόδρομος.


Βέβαια, στην ταινία η περίοδος στους Rainbow θα εξιστορηθεί κυρίως από άλλα πρόσωπα και όχι τόσο από ανθρώπους εντός του περιβάλλοντος των Rainbow. Όπως είναι αναμενόμενο, ο ίδιος ο Blackmore απουσιάζει από την ταινία (για να εμφανιζόταν δεν μπορώ να υπολογίσω ακριβώς πόσοι φούρνοι θα έπρεπε είχαν γκρεμιστεί).


Για να φτάσουμε στην ιστορική καμπή της γνωριμίας του Dio με τον Tony Iommi. Αμφότεροι σε δύσκολη συγκυρία: ο μεν πρώτος προσπαθώντας να αναζητήσει τη θέση του στη μουσική βιομηχανία, απερχόμενος από μια σημαντικότατη μπάντα που τον έβαλε στον χάρτη αλλά βρισκόμενος πλέον μόνος του σε μια σκηνή που βίωνε τεράστιες αλλαγές, στο κατώφλι της δεκαετίας των ’80. Ο δε δεύτερος, ως ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των Black Sabbath, με μια απίστευτα επιτυχημένη καριέρα να έχει μπει πλέον σε σοβαρό κίνδυνο ύστερα από την επώδυνη αποπομπή του καθολικά αγαπητού της frontman, Ozzy Osbourne.


Η στιγμή της γέννησης του εμβληματικού άλμπουμ «Heaven and Hell» είναι μια από τις πιο εκρηκτικές στιγμές της ταινίας καθώς οπτικοποιείται με μαεστρικό τρόπο. Η μεταφορά στην οθόνη του εκκωφαντικού impact που έκανε αυτό το άλμπουμ στο μουσικό κόσμο είναι άκρως επιτυχημένη σκηνοθετικά από τους Argott και Fenton και πιάνω τον εαυτό μου να έχει ανατριχιάσει στο φιλόξενο, άνετο κάθισμα του Δαναού.


Η αποστολή του Dio να αντικαταστήσει τον Οsbourne, μόνο εύκολη δεν ήταν και η ταινία θα σταθεί αρκετά σε αυτό. Η αντιπαραβολή της οξυδέρκειας και της καλλιτεχνικής πληρότητας του νεοφερμένου Dio σε σχέση με το άτεχνο, μπουνταλάδικο και «χύμα» στυλ του Ozzy, αποτυπώνεται με κωμικό τρόπο και σε όλη την αίθουσα ακούγονται παντού γέλια με τις αστείες φωτογραφίες του Ozzy από διάφορες «φάσεις» του που πετάγονται μέσα στο μοντάζ την ώρα της εξιστόρησης.


Ωραία αντίθεση γίνεται επίσης με τις γνωστές χειρονομίες των δύο τραγουδιστών. Ο μεν Ozzy με το “V” ενώ ο Dio με τα horns, που τελικά έμελλαν να ξεφύγουν από τα όρια του ίδιου του εφευρέτη τους και να γίνουν μια από τις 2 πιο χρησιμοποιημένες χειρονομίες παγκοσμίως και μέρος μιας καθολικής κουλτούρας.


Iommi, Butler και Ward συμμετέχουν με συνεντεύξεις στην ταινία.

Η συμβολή του Ronnie στην αναγέννηση των Sabbath είναι καταλυτική, με δύο εκπληκτικούς δίσκους που πάνε σφαίρα στις πωλήσεις και αναθερμαίνουν εντυπωσιακά το ενδιαφέρον των fans για ένα συγκρότημα που λίγα χρόνια πριν φαινόταν ξεγραμμένη υπόθεση. Το επικείμενο πικρό διαζύγιό τους είναι κάτι για το οποίο υπάρχει εκτενής αρθρογραφία – βιβλιογραφία με διφορούμενες οπτικές για το πώς έγιναν τα πράγματα. Είναι γνωστή η ιστορία με τη διχογνωμία των δύο διαφορετικών τάσεων εντός του γκρουπ με αφορμή το ζωντανό album Live Evil, με το βρετανικό μπλοκ να υποστηρίζει ότι στα sessions της μίξης του δίσκου, o Dio έμπαινε κρυφά στο στούντιο τις ώρες που απουσίαζε ο Iommi και «πείραζε» τις εντάσεις (περισσότερα εδώ). Το ντοκιμαντέρ προσπερνάει τεχνηέντως αυτή την ιστορία και με χαρακτηριστική ουδετερότητα μας παραθέτει με σύντομο, μάλλον, τρόπο την απροσδόκητη φυγή του Dio, τη στιγμή που οι Sabbath κάλπαζαν το 1982.


Ακολουθεί η εποχή των Dio (the band), όπου ο RJD με τους συνεργάτες του σε Rainbow και Sabbath, Jimmy Bain και Vinnie Appice αλλά και το νέο πουλέν στο νευραλγικό πόστο της εξάχορδης, Vivian Campbell, δημιουργούν άλλα δύο κλασικά albums, τα «Holy Diver» και «The Last in Line», δίσκοι άκρως επιτυχημένοι σε καλλιτεχνικό και εμπορικό επίπεδο (αμφότεροι πλατινένιοι) και τα de facto δύο αριστουργήματα της δισκογραφίας των Dio. Πολύ ενδιαφέρον στην ταινία (και κάτι που δεν είχε γνωστοποιηθεί εκτενώς στο παρελθόν), έχει η ιστορία πίσω από το εξώφυλλο του Holy Diver που βασίζεται σε μια φωτογράφηση που έλαβε χώρα κάτω από μάλλον… περίεργες συνθήκες.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πω ότι η περίοδος των Dio παρουσιάζεται στην ταινία με μονοθεματικό τρόπο. Oι Dio δημιουργήθηκαν με τη συμφωνία ότι είναι κανονική μπάντα και όχι σόλο πρότζεκτ, με όλα τα μέλη να συμμετέχουν ισομερώς στο δημιουργικό κομμάτι. Επιπλέον, όλοι οι συντελεστές θα καρπώνονταν με επίσης ίσους όρους τα κέρδη από ένα σημείο και μετά (από τον τρίτο δίσκο συγκεκριμένα). Κάτι που σε καμία περίπτωση δεν έγινε, αυτό έφερε τη δικαιολογημένη "γκρίνια" του Vivian Campbell και έτσι καταλήξαμε στην απόλυσή του, με απόφαση του management των Dio (και εν προκειμένω της Wendy Dio). Από εκείνο το σημείο και μετά θα διατηρηθεί ως και το θάνατο του Dio μια πικρόχολη, ασυμφιλίωτη σχέση, ενώ μέχρι σήμερα, Wendy Dio και Vivian Campbell αναφέρονται απαξιωτικά ο ένας για τον άλλο.


Mε δεδομένο αυτό, το ντοκιμαντέρ και συγκεκριμένα η Wendy παρουσιάζει μια μάλλον αλλοιωμένη εικόνα για το μοντέλο εργασίας των Dio. Ότι δηλαδή οι Dio ήταν αποκλειστικά προσωπικό όχημα του frontman, πλαισιωμένου από τρεις υπαλλήλους που απλά τον υποστήριζαν και θα έπρεπε να λένε και ευχαριστώ. Ιδιαίτερα ο Campbell παρουσιάζεται ασεβώς ως κάτι το αναλώσιμο και εφήμερο για το γκρουπ, κάτι που ουδόλως ισχύει αφού οι συνθέσεις και το παίξιμο του Βορειοϊρλανδού κιθαρίστα ήταν καταλυτικής σημασίας για το χτίσιμο της εικόνας και τη συνολική επιτυχία του γκρουπ. Ακολούθως, ο Campbell δεν εμφανίζεται καθόλου στην ταινία, παρα μόνον ένα βιαστικό voiceclip που παρουσιάζει πρόχειρα τη θέση του, ενώ η αναφορά της Wendy Dio σε αυτόν γίνεται με ένα γκρο πλαν ειρωνίας που στάζει πραγματικά δηλητήριο!


Κατόπιν έχουμε κάποιες αναφορές του Vinnie Appice, του οποίου πλάνα βλέπουμε αρκετά συχνά (θα μπορούσε να είχαμε και περισσότερα καθώς μιλάμε για έναν από τους μακροβιότερους και σημαντικότερους συνεργάτες του Ronnie), ενώ δυστυχώς απουσιάζουν και πάλι πλάνα και μαρτυρίες του Jimmy Bain σε όλη την ταινία (μάλλον ελλείψει αρχειακού υλικού και όχι επίτηδες).


Κατά τα άλλα, αρκετά μεγάλη αναφορά κάνει η ταινία στα makings του We’re Stars, ενός μεγαλεπήβολου ροκ πρότζεκτ με ανθρωπιστικό σκοπό του οποίου ηγήθηκε σε όλα τα επίπεδα ο Dio. Υπό την αιγίδα του χαρισματικού Ronnie, κάποια από τα πιο hot ονόματα της metal σκηνής συγκεντρώθηκαν ώστε να δημιουργήσουν τη ροκ έκδοση του We are the World, γράφωντας έτσι ένα πολύ όμορφο κεφάλαιο στα πεπραγμένα του Ronnie.



Η δραστηριότητα του Ronnie στη δεκαετία του ’90 καταλαμβάνει ένα αρκετά μικρότερο μέρος της ταινίας.


Από την μια έχουμε την παντελή αγνόηση του Black Sabbath reunion το 1992 με το Dehumanizer και τη δεύτερη μεγάλη διαφωνία (μετά το 1982) του Ronnie με τους Iommi και Butler. Είναι γεγονός ότι το reunion αυτό είχε δημιουργήσει τότε προσδοκίες μακροημέρευσης. Η απόφαση των Iommi και Butler να ανοίξουν για τον Οzzy στην Costa Mesa της California, στο υποτιθέμενο τελευταίο show του πριν τη συνταξιοδότηση (αύτη η τουρνέ είχε ονομαστεί χαρακτηριστικά «No More Tours»), ανάγκασε τον Dio να αρνηθεί αδιαπραγμάτευτα και να αποχωρήσει με συνοπτικές διαδικασίες, για να λήξει άδοξα και η δεύτερη περίοδος των Sabbath με τον ίδιο στο μικρόφωνο.


Από την άλλη έχουμε τη σκοτεινή περίοδο των 90s όπου εν μια νυκτί η επέλαση του grunge θα σαρώσει τα πάντα στο διάβα της και θα στείλει τον Dio στο καλάθι της λήθης μαζί με τους υπόλοιπους «δεινόσαυρους» της γενιάς του. Η ταινία θα περιγράψει σύντομα αλλά γλαφυρά τα ήθη και τα έθιμα της εποχής και τη στυγνή μετάβαση του Dio από τις αρένες των 10.000-20.000 ατόμων, σε μικρά clubs με υποπολλαπλάσια χωρητικότητα (με την ευκαιρία αυτή ας θυμηθούμε και το τότε πέρασμα των Dio από το Ρόδον στην περιοδεία του Strange Highways με μόλις 400 άτομα να παραβρίσκονται στην πρώτη εμφάνιση του Ronnie James Dio στη χώρα μας!).


Για το τέλος της ταινίας, έχουμε την επιτυχημένη και αυτή τη φορά αγαστή επαναδραστηριοποίηση των Dio-fronted Sabbath υπό το όνομα "εργασίας" Heaven and Hell (όλοι όμως ξέρουμε ότι ήταν Black Sabbath), αλλά και τις συγκινητικές τελευταίες μέρες του Ronnie στον κόσμο τούτο, όντας χτυπημένος από προχωρημένο καρκίνο στο στομάχι.


Από κει και πέρα, η ταινία δυστυχώς αμαυρώνεται από κάποια εντελώς κιτς πλάνα της Wendy Dio στο νεκροταφείο. Σε αργή κίνηση και με δραματοποιημένη, multi-camera σκηνοθεσία βλέπουμε ένα αδιανόητα cheesy «τελετουργικό» όπου η κυρία Dio προσέρχεται προσηνής στο χώρο, κουβαλώντας ένα μάτσο λουλούδια με μαλλί κομμωτηρίου και εναποθέτοντάς τα με θεατρικό τρόπο στον τάφο του εκλιπόντος Ronnie.


Η πρώην γυναίκα και manager του Ronnie μέχρι το τέλος της καριέρας του, είναι μια αμφιλεγόμενη – τουλάχιστον- προσωπικότητα που νομίζω ότι έχει επιφέρει περισσότερη ζημιά στο όνομα του Ronnie, παρά όφελος.

Sharon Osbourne και Wendy DIo συχνά συγκρίνονται, αλλά έχουν φέρει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα στην καριέρα των συζύγων τους

Ουσιαστικά είναι μια γυναίκα - μάνατζερ που πολλοί λένε ότι κουβαλάει αυτούσια όλα τα χαρακτηριστικά της έτερης δημοφιλούς “bitch” της rock μουσικής βιομηχανίας, της Sharon Osbourne. Κατά τη γνώμη μου, η Wendy Dio είναι ένα κακέκτυπο της Sharon Osbourne.


Και εξηγούμαι:


Καταρχάς και οι δύο γυναίκες έχουν καταγράψει στο ιστορικό τους κάποιες όντως άσχημες συμπεριφορές και «ριξίματα» των συνεργατών των δύο τραγουδιστών. Μουσικοί και από τα δύο στρατόπεδα έχουν καταγγείλει καταχρηστικές συμπεριφορές και επαίσχυντες αθετήσεις συμφωνίων όσον αφορά το business κομμάτι της συνεργασίας τους. Παρόλα αυτά, τα αποτελέσματα τους στην καριέρα των συζύγων τους είναι εντελώς διαφορετικά. Η Sharon Osbourne παρέλαβε κυριολεκτικά «καμμένη γή» στο πρόσωπο του Ozzy. Ένας ξεπεσμένος από τις ουσίες, άτεχνος και ανεπαρκής frontman, προικισμένος ωστόσο με το πολύ σημαντικό προσόν του ότι ήταν ένας απλός, ανεπιτήδευτος και αληθινός άνθρωπος που οι fans μπορούσαν να ταυτιστούν μαζί του.


Η τετραπέρατη Sharon ήξερε ακριβώς πώς θα εκμεταλλευτεί την τόσο αγαπητή φιγούρα του Ozzy, αλλά και την χαρακτηριστική φωνή του και να σχηματοποιήσει ένα ελκυστικό προϊόν. Έτσι, με την Sharon στο τιμόνι, ο Ozzy μετατράπηκε σε μια μηχανή παραγωγής δολλαρίων, σε ένα act που ξεπέρασε σε νούμερα ακόμα και το πρώην συγκρότημά του.


Από την άλλη πλευρά, η Wendy Dio είχε άλλα να διαχειριστεί. Τον δεδομένα καλύτερο και πιο χαρισματικό τραγουδιστή σε όλη τη σκηνή, για αρχή! Αλλά επιπλέον και μια ισχυρή και βαθιά προσωπικότητα με πληθώρα δεξιοτήτων και potential για να αφήσει ακόμα μεγαλύτερο αποτύπωμα. Το καταπληκτικό ξεκίνημα με τα «Holy Diver» και «The Last in Line», έχτισαν μια φοβερή δυναμική και momentum που δεν μπορούσε να γυρίσει προς τα πίσω.


Και όμως γύρισε.


Η κακή διαχείριση του προϊόντος που είχε στα χέρια της στιγματίστηκε πρώτα από την απερίσκεπτη απομάκρυνση βασικών συστατικών της επιτυχίας, όπως ο κιθαρίστας της μπάντας. Ο υπολογισμός της ότι ο ίδιος ο Dio κρατάει το brand και όλοι οι άλλοι είναι υποστηρικτικά και αντικαταστάσιμα στοιχεία, αποδείχθηκε εντελώς λάθος, αφού μετά τη διάλυση του original line-up, η μπάντα πήρε την κατιούσα. Ο Dio είναι σαφώς ο κράχτης, μια persona grande της οποίας η πληθωρική παρουσία είναι καταδικασμένη να τραβάει πάνω της τα φώτα, όμως η αλήθεια είναι ότι ο Ronnie διενεργούσε πάντα ως team player και το έργο του βασιζόταν εν πολλοίς στη χημεία που είχε με τον εκάστοτε συνεργάτη του, είτε αυτός λεγόταν Blackmore, Iommi, Campbell ή Bain/Appice.


Eπίσης, η μεγαλομανία της να δημιουργήσει το μεγαλύτερο rock stage show της εποχής με κατασκευή γιγαντιαίων δράκων, εκκωφαντικού light show και λοιπών υπερβολών, μετέτρεψαν τους Dio σε μη κερδοφόρο -για να μην πω ζημιογόνο- πρότζεκτ, ενώ παράλληλα είχαμε το οξύμωρο να καταγράφει πλατινένιους δίσκους και sold out arena shows. Για να μη μιλήσουμε για την πιο πρόσφατη εποχή και την άκρως αντιαισθητική και εν τέλει καταστροφική διαχείριση της post mortem κληρονομίας του Ronnie, με ολογράμματα και λοιπά ανεκδιήγητα.

Η σύζυγος και μάνατζερ του Ronnie James Dio έχει πολλάκις προβεί σε αμφιλεγόμενες κινήσεις, είτε κατά τη διάρκεια της καριέρας του τραγουδιστή, είτε μετά θάνατον με τη διαχείριση της κληρονομιάς του.

Tο σύνολο αυτών των σκέψεων με έκανε να δυσφορώ κάθε φορά που έβλεπα τις συνεντεύξεις της στην ταινία, ενώ ο επίλογος με τα πλάνα της στο νεκροταφείο, μου προκάλεσαν σχεδόν… αποτροπιασμό. Έψαξα να βρω μια πιο ήπια λέξη αλλά δεν βρήκα.


Συνοψίζοντας λοιπόν, θα καταλήξω ότι το «Dreamers Never Die» είναι ένα καλό, έως πολύ καλό ντοκιμαντέρ που παρακολουθείται «νεράκι», με δεξιοτεχνική κινηματογράφηση, σπιρτόζικο μοντάζ και ενδιαφέρουσα εξιστόρηση. Φυσικά και αξίζει να ιδωθεί από κάθε οπαδό του Ronnie αλλά και οποιονδήποτε άλλο θα ήθελε να γνωρίσει το βίο αυτής της τόσο ξεχωριστής προσωπικότητας. Η ιστορία του παρουσιάζεται με ικανοποιητική επάρκεια, παρά τις ελλείψεις και τις προσπεράσεις στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως. Οι συμμετοχές από διάφορες προσωπικότητες και συνεργάτες που σχετίζονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με την μακρά καριέρα του Dio, προσφέρουν μια πανοπτική και αναλυτική ματιά στα πράγματα.


Το αρχειακό υλικό είναι μεν πλούσιο, αλλά ένα μεγάλο μέρος του, ίσως ένα 80%, υπήρχε ήδη online και οποιοσδήποτε είχε μανία με το να παρακολουθεί συνεντεύξεις και πλάνα του Dio, τα είχε ήδη δει. Μάλιστα κάποια από αυτά τα πλάνα είναι αυτούσια και δεν έχουν υποστεί κάποια επεξεργασία ή remastering. To νέο και ακυκλοφόρητο υλικό δε, δεν είναι ποσοτικά αυτό που είχε διαφημιστεί αρχικά. Εν τούτοις, τα αρχεία αυτά έχουν διαχειριστεί άριστα από τους 2 filmmakers και παρατίθενται στην ταινία με οργανωμένο και σωστό τρόπο, προσδίδοντας αξία ακόμα και για αυτόν που γνωρίζει τα πάντα για τον Ronnie James Dio.


Τα extras που εμφανίστηκαν μετά τους τίτλους τέλους δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Κάποιες ανέκδοτες και ημιαστείες ιστορίες από τη καθημερινή ζωή του Ronnie που προσωπικά δεν μου κίνησαν και τόσο πολύ το ενδιαφέρον.



Εκπληρώθηκε, λοιπόν, η μεγάλη ανάγκη για ένα Dio rockumentary και εξερχόμενος από τον κινηματογράφο είδα πρόσωπα ικανοποιημένα και χαρούμενα. Αποκαταστάθηκε, θα λέγαμε αυτή η «αδικία».


Το δεύτερο μεγάλο άδικο που ακόμα περιμένουμε να αποκατασταθεί, είναι η εξοργιστική ασέβεια προς το έργο και την κληρονομία του RJD από τη «σοφή» επιτροπή του Rock ‘n Roll Hall of Fame που διαρκεί σκανδαλωδώς ως σήμερα. Ακόμα και όταν οι Black Sabbath εισήχθησαν στο HoF το 2006, ο RJD δεν συμπεριλήφθηκε στα τιμώμενα πρόσωπα κάτι που προκαλεί αλγεινή εντύπωση καθώς έχουμε στο παρελθόν δει η επιτροπή να συμπεριλαμβάνει μη αυθεντικά μέλη συγκροτημάτων, με συντριπτικά μικρότερη προσφορά στην ιστορία της μπάντας τους. Περιμένουμε -έστω και εκπρόθεσμα πλέον- να διορθωθεί αυτό το μελανό σημείο, ώστε να κλείσει θετικά και αυτό το κεφάλαιο της υπέροχης ιστορίας του Ronnie James Dio.

267 Προβολές0 Σχόλια