Hydra : Η Λερναία Ύδρα από την Atlanta



Μυστήριο τρένο το Southern Rock. Μακράν το είδος με τις περισσότερες και τραγικότερες απώλειες σε ανθρώπινο επίπεδο, groups που ξεπέρασαν τα στενά όρια του Αμερικάνικου Νότου και έγιναν stars παγκοσμίου διαμετρήματος, κάπου εκεί συμπληρώνουν την εικόνα αρκετοί ακόμη αυθεντικοί του είδους των οποίων το υλικό γίνεται ανάρπαστο μεταξύ των collectors και των φανατικών του χώρου. Συγκροτήματα όπως οι Molly Hatchet και οι Blackfoot περισσότερο, οι Marshall Tucker Band και οι Black Oak Arkansas λιγότερο, ενώ από κει και πέρα, φυσικά ψάχνοντας λίγο παραπάνω, είχαμε την τύχη να σκάψουμε και να ανακαλύψουμε αληθινά διαμαντάκια. Για ένα τέτοιο διαμαντάκι θα μιλήσουμε και σήμερα. 

Οι Hydra λοιπόν, περί ων ο λόγος, αποτελούν ένα από τα καλά κρυμμένα μυστικά του Southern Rock, τόσο για την ποιότητα του υλικού τους όσο και για την αυθεντικότητα του ήχου του. Με τρία μονάχα albums στα mid 70s, την περίοδο δηλαδή που το είδος βρισκόταν στα ντουζένια του, τίμησαν τον ήχο με τον καλύτερο τρόπο συνθέτοντας μια σειρά από εξαιρετικά τραγούδια. Έχοντας ως βάση τους Lynyrd Skynyrd και πειραματιζόμενοι ενίοτε με την power pop που επίσης γνώριζε μεγάλες δόξες τότε, οι Hydra συνέθεσαν ποιοτικότατο Southern με όλα τα κλισέ του είδους, από το slide παίξιμο της κιθάρας μέχρι τη στιχουργική και την αισθητική των πατεράδων Allman Brothers Band, ενώ δε δίσταζαν να ανεβάζουν και τέρμα τα γκάζια όπου αυτό ήταν εφικτό. Στα συν και οι εξαιρετικές παραγωγές των δίσκων τους, οι οποίες όμως κρύβαν και τις παγίδες τους όπως θα δούμε παρακάτω. Όλα αυτά φυσικά, τουλάχιστον στην αρχή, υπό την ομπρέλα της κραταιάς Capricorn Records, εταιρείας-μάνας του southern rock και υπεύθυνη για τη συντριπτική πλειοψηφία των αριστουργήματων της θρυλικής πρώτης περιόδου του είδους. 


Πρωτοσχηματίστηκαν στα τέλη των 70s στην Ατλάντα υπό το όνομα Strange Brew, με το οποίο τίμησαν φυσικά μία από τις βασικές επιρροές τους, τους Cream. Ο ιθύνων νους Spencer Kirkpatrick ταίριαξε κατευθείαν με τον κιθαρίστα/τραγουδιστή Wayne Bruce, ενώ το πρώτο line-up των Hydra (οι οποίοι πήραν το όνομα τους από τη Λερναία Ύδρα) συμπλήρωσε ο συνοδοιπόρος του Kirkpatrick στους Strange Brew, Steve Pace (τύμπανα). Οι αρχές των 70s τους βρίσκουν να δουλεύουν πυρετωδώς, μέσα σε ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον το οποίο βράζει, με τον Nixon στην προεδρία και το κίνημα των χίππηδων να αμφισβητείται πλέον ανοιχτά από τη νεολαία και να βρίσκεται αντιμέτωπο με τα αδιέξοδα του. Το αφήγημα του southern rock και η επιστροφή στις ρίζες και την παράδοση, θα αποτελέσουν καταφύγιο για πολλούς από τους νέους της Αμερικής, ειδικά αυτούς των Νότιων Πολιτειών, οι οποίοι τόσο γεωγραφικά όσο και από άποψη κουλτούρας, ελάχιστα είχαν να μοιραστούν με τη flower power και όλα τα τεκταινόμενα στο Σαν Φρανσίσκο. 



Ο Kirkpatrick, ως γνήσιος γόνος του Νότου, θα επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τον Duane Allman και τον Otis Redding, ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις θα εκδηλώσει την αγάπη του για τους Beatles και γενικότερα για τα συγκροτήματα της British Invasion. Με τα λόγια του ιδίου : ¨Ήμασταν σίγουρα μια μπάντα του Νότου, ωστόσο δεν ήμασταν ακριβώς αυτό που έχει κάποιος στο μυαλό του όταν αναφέρεται στο Southern Rock. Πέρα από τις μουσικές διαφορές, παραμένουμε φίλοι με πολλά από τα συγκροτήματα του είδους και προσωπικά έχω παίξει με μέλη των 38 Special, των Charlie Daniels Band και άλλων. Ωστόσο, καθώς και οι τρεις μας είμαστε μεγαλωμένοι στην Ατλάντα, η βάση του ήχου μας είναι δεδομένη”. Η μεγάλη στιγμή στη ζωή του νεαρού Kirkpatrick θα έρθει όταν η εφηβική του μπάντα Atlanta Vibrations κερδίζει βραβείο με έπαθλο αφενός να ανοίξει την τοπική περιοδεία των Beatles, αφετέρου έναν σούπερ ενισχυτή Vox AC15. Ήταν δε αρκούντως τυχερός και αυτός και το συγκρότημα του, καθώς ο ενισχυτής του John Lennon είχε υποστεί φθορά κατά τη μεταφορά του και έτσι ο Kirkpatrick του δάνεισε το δικό του, κάτι που αν δε γινόταν οι Vibrations δε θα εμφανίζονταν ποτέ καθώς κανείς δε φρόντισε να ενημερώσει τον Brian Epstein (manager των Beatles) για το διαγωνισμό και το νικητή του.

Με μια μικρή αλλαγή στη θέση του μπασίστα και την τελική πλήρωση της θέσης από τον Orville Davis, οι Hydra σχηματίζονται επισήμως το 1971. O Davis μέχρι και προσφάτως ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, καθώς εδώ και αρκετό καιρό ακολουθεί λαμπρή προσωπική καριέρα, ασχολούμενος με την country μουσική. Από το 1996 έως το 1999, ψηφιζόταν κάθε χρόνο ως ο καλύτερος άντρας τραγουδοποιός από την New Jersey Country Music Association, ενώ ήταν και η “φωνή” μιας σειράς κυκλοφοριών της RCA Records με μουσική πατριωτικού περιεχομένου. Τίτλοι των συλλογών όπως “Patriotic Country I&II” και “Ultimate Alabama” είναι παραπάνω από ενδεικτικοί. Για την ενασχόληση με τους Hydra, ο ίδιος θα δηλώσει πως τότε το πρώτο μέλημα του ήταν να νιώθει cool και να προσπαθεί να γίνει rock star, παρά να ακολουθεί την “πρώτη του αγάπη” όπως λέει χαρακτηριστικά, τον Hank Williams. 



Στο καθαρό μουσικό κομμάτι τώρα, έχουμε την κυκλοφορία του ομώνυμου ντεμπούτου το 1974. Και τι ντεμπούτο! Ήταν δύσκολο για τα southern rock groups να πιάσουν εξαρχής τις κορυφές τους, ωστόσο οι Hydra κατά κοινή ομολογία το κατάφεραν από το πρώτο τους album. Ένα εξαιρετικό μίγμα πρωτόλειου southern, όπως το δίδαξαν οι Skynyrd στο Second Helping, σε συνδυασμό με εξαιρετικές μπασογραμμές από τον Orville Davis και μεγάλη ποικιλία στα τραγούδια. Από τα χύμα Glitter Queen και Going Down, στο στακάτο και δυναμικό Keep you Around (ίσως το καλύτερο του δίσκου), μέχρι και το αισθαντικό Miriam που κλείνει το δίσκο. Ο παραγωγός Dan Turbeville θα κάνει εξαιρετική δουλειά, ωστόσο θα προσθέσει πνευστά σε αρκετά σημεία του δίσκου, χωρίς την έγκριση της μπάντας. Ο Wayne Bruce θα δηλώσει αργότερα: “Το μισήσαμε εξαρχής. Έγινε όταν λείπαμε σε διακοπές και δε μας ρώτησε κανείς ποτέ. Γυρίσαμε στο studio μια μέρα και boom! Σήμερα που έχουν περάσει 33 ολόκληρα χρόνια, τα πνευστά είναι πλέον μέρος του album, τόσο για εμάς όσο και για τον κόσμο που το ακούει. Οπότε δε με ενοχλούν πλέον τόσο πολύ. Ίσα ίσα που όσοι δεν ακούσουν τα πνευστά στο Glitter Queen στο live album που ετοιμάζουμε (αναφερόταν στο “Hydra : Live After All These Years” του 2005) ίσως απογοητευτούν”.



Το δε δεύτερο album τους Land of Money που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα, θα το τοποθετούσαμε μάλλον μισό σκαλί πιο κάτω ποιοτικά, χωρίς αυτό να σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρόκειται για κακό album. Επιπρόσθετα, το ομώνυμο τραγούδι πλασάραται χαλαρά στο top 3 ή 4 του συγκροτήματος, με την εξαιρετική κιθαριστική δουλειά και το riff-άτο ξέσπασμα στη μέση. Ο δίσκος χαρακτηρίζεται από μία πιο μελωδική προσέγγιση από τον προκάτοχο του, και μπαλαντοειδή τραγούδια όπως τα “Let the Show Go On” και “Slow and Easy” αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Ωστόσο ακόμα και σήμερα, πολλές δεκαετίες μετά, ακούγεται αρκετά φρέσκο, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που παρατηρούν την επιρροή του δίσκου σε συγκροτήματα όπως οι Black Crowes των αδερφών Robinson. Το Land of Money αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα του Orville Davis, ο οποίος αφού έκανε και ένα πέρασμα από τους τρομερούς Starz (για τους οποίους έχουμε να πούμε πολλά στο μέλλον), αφοσιώθηκε στην country μουσική.



Η συνέχεια δυστυχώς δεν ήταν η αναμενόμενη. Η Capricorn Records τους διώχνει από το roster της, ενώ το κατά τα άλλα πολύ καλό Rock the World του 1977 δεν καταφέρνει δυστυχώς να κάνει το πολυπόθητο breakthrough. Η Polydor μέσω της οποίας κυκλοφορεί, έρχεται όπως κάθε δισκογραφική εκείνη την εποχή, αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Η Blondie, οι Sex Pistols, οι Clash, οι Ramones, η disco, άλλοι εξίσου σημαντικοί παράγοντες, στρέφουν τα αυτιά των ακροατών προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Σε συνδυασμό με τον συμβολισμό του δυστυχήματος των Skynyrd με το αεροπλάνο, όλα δείχνουν πως οι μέρες της τεράστιας δόξας του southern rock μάλλον έχουν περάσει. Οι προσπάθειες των Allman Brothers παραμένουν φιλότιμες αν και σε καμία περίπτωση με την πρώτη περίοδο τους, και είναι ελάχιστα συγκροτήματα όπως οι Blackfoot και οι Molly Hatchet που κρατούν τη σημαία ψηλά και απολαμβάνουν μιας κάποιας εμπορικής απήχησης, μέσα στο συγκεκριμένο δυσμενέστατο μουσικό τοπίο.


Οι Hydra είναι μία περίπτωση από τις πολλές. Τις περιπτώσεις των εξαιρετικών συγκροτημάτων για τα οποία παλιότερα λέγαμε πως αδικήθηκαν, για να ωριμάσουμε σαν ακροατές και μελετήτες και να καταλαβαίνουμε πως ως επί το πλείστον, groups σαν τους Hydra αδικούν πρώτα τους εαυτούς τους. Ο Spencer Kirkpatrick θα πει αρκετά πρόσφατα:

“Το κυριότερο παράπονο μου είναι ότι δεν είδα τους Hydra από επιχειρηματικής απόψεως αλλά με ενδιέφερε πιο πολύ η σύνθεση, οι συναυλίες και το lifestyle. Ήμασταν νέοι και άπειροι αλλά καλώς ή κακώς έτσι μοιράστηκε η τράπουλα. Είχαμε πολλά παράπονα από την παραγωγή του πρώτου album, το δεύτερο ήταν ένα βήμα παραπέρα, ενώ στο Rock the World ακουγόμασταν λίγο πολύ όπως όταν παίζαμε live. Νιώθω πολύ ταπεινός και εκτιμώ απεριόριστα το γεγονός, ότι στη σύγχρονη εποχή υπάρχει κόσμος που ενδιαφέρεται για τους Hydra και με ρωτάει για διάφορα θέματα γύρω απ’αυτούς”.

Οι πραγματικοί μύστες του Southern Rock θα τους είχατε ήδη ακουστά. Οι υπόλοιποι κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και δώστε του ποιοτικό, γκαζιάρικο και συμπαγές hard rock των mid 70s, από ένα συγκρότημα που σίγουρα άξιζε περισσότερα. Ας του τα δώσουμε, ξεκινώντας από μερικούς οπαδούς παραπάνω. 

Μπάμπης Καλογιάννης

15 Προβολές0 Σχόλια