Jethro Tull : The Zealot Gene

Η επιστροφή του brand των Jethro Tull με ένα άλμπουμ αντάξιο του παρελθόντος τους


Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης


Τριάντα albums και πάνω από 50 εκατομμύρια πωλήσεις. Και κοντά 20 χρόνια περασμένα, από την τελευταία φορά ο Ian Anderson χρησιμοποίησε το moniker των Jethro Tull σε υλικό που κυκλοφόρησε. Με την κληρονομιά του δεδομένη και το όνομα του να μην πέφτει από κανέναν θρόνο, από αυτούς που δικαίως ανέβηκε εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια, θα αναρωτηθεί κανείς αν οι νέες συνθέσεις του καλλιτέχνη αξίζουν να φέρουν την τόσο βαριά υπογραφή των Tull. Πολύ περισσότερο μετά και από την οριστική αποπομπή του Martin Barre, κιθαρίστα και σημαίνοντος στελέχους του συγκροτήματος, ο οποίος ουσιαστικά αποτέλεσε ξένο σώμα για το group ύστερα από επίμαχες δηλώσεις του το 2015. Με τα πολλά, ένα νέο album από τους Jethro Tull αναγκάζει πάντα την πλειοψηφία της classic rock και progressive κοινότητας να στρέψει το βλέμμα της ξανά προς αυτούς, περιμένοντας πάντα μοιρασμένη σε αυτούς που πάντα θα πίνουν νερό στο όνομα του Anderson και στους πιο αυστηρούς που θα τον περιμένουν στη γωνία για κάποιο στραβοπάτημα του. Ύστερα από την ακρόαση του δίσκου, κερδισμένοι φαίνεται να βγαίνουν οι πρώτοι.


Η διαδικασία σύνθεσης του Zealot Gene άρχισε το 2017, χρονιά δηλαδή της τουρνέ για τα 50 χρόνια των Jethro Tull, της περιοδείας στην οποία ο Martin Barre δεν προκλήθηκε ποτέ. Ήταν να κυκλοφορήσει δύο χρόνια νωρίτερα, με τη συνοδεία αντίστοιχων συναυλιών προώθησης του, πλάνα στα οποία φυσικά η πανδημία έβαλε μία άνω τελεία. Επρόκειτο για το πρώτο album με νέο υλικό από το Christmas Album του 2002. Σύμφωνα δε με δηλώσεις του ίδιου του Ian Anderson, η πληθώρα Βιβλικών αναφορών στους στίχους εξυπηρετούσε συγκεκριμένους σκοπούς και συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι σεβόταν και σέβεται τα αφηγήματα της Βίβλου, ήθελε να βάλει στην εξίσωση την αμφισβήτηση, κάνοντας ταυτόχρονα σχεδόν "ανίερους" παραλληλισμούς με το κείμενο. Το single Shoshanna Sleeping ανέβασε τις προσδοκίες στα ύψη, λειτουργώντας ως προπομπός του The Zealot Gene. Ήταν αυτό που θέλαμε να ακούσουμε από τους Tull εν έτει 2022, ίσως και κάτι παραπάνω. Κάπου ανάμεσα στα early 80s με ολίγη από την περίοδο της θρυλικής εμφάνισης στο The Rolling Stones Rock 'n' Roll Circus. Το υπόλοιπο album εν τέλει, δεν απογοήτευσε καθόλου. Ίσα ίσα το αντίθετο.


Διότι από το εναρκτήριο Mrs Tibbets που μοιάζει σαν leftover ενός Heavy Horses μέχρι το κλείσιμο με το Fisherman of Ephesus, ο Ian Anderson δείχνει ότι σέβεται και προσέχει ιδιαίτερα την κληρονομιά του, βάζοντας την υπογραφή των Jethro Tull σε υλικό που περνάει πολύ άνετα τον μέσο όρο, ακούγεται δε ταυτόχρονα φρέσκο αλλά και όσο "retro" χρειάζεται. Με εμφανείς αναφορές σε albums όπως τα Songs from the Wood, Broadsword and the Beast και (κυρίως) Roots to Branches, το The Zealot Gene αποτελεί το απαύγασμα της πολυετούς εμπειρίας του Anderson στη βιομηχανία, με τραγούδια που δείχνουν να έχουν γραφτεί εύκολα αλλά καθόλου πρόχειρα, με ουσιαστική χρήση πιάνου και με το φλάουτο του μάγιστρου Ian να ξέρει που πρέπει να πρωταγωνιστήσει και που να αφήσει τα τραγούδια να αναπνέουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μεγαλοπρεπές Mine is the Mountain με τον 90s αέρα του, ακόμα δε καλύτερο το ομώνυμο Zealot Gene, με την "ψαρωτική" αρχή και την εξαιρετική ερμηνεία του Ian στα φωνητικά, σε συνάρτηση πάντα με το προχωρημένο της ηλικίας του. Ένα Sad City Sisters αρκεί για να φέρει μειδίαμα ικανοποίησης στους παλιούς fans του συγκροτήματος, καθώς ο συνδυασμός ακορντεόν και ακουστικής κιθάρας παραπέμπει σε ιστορικά albums όπως τα War Child, Minstrel in the Gallery και φυσικά το ανυπέρβλητο Benefit. Ένα σημαντικό ατού του album είναι ότι δε διστάζει να ροκάρει σε σημεία, με τα αντίστοιχα τραγούδια όπως τα Barren Beth - Wild Desert John και Betrayal of Joshua Kynde να δένουν αρμονικά με το υπόλοιπο σύνολο, φέρνοντας δε στο μυαλό το 80s υλικό των Tull. Ο υπόλοιπος δίσκος κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα, με τον Ian Anderson να επιδίδεται σε ένα σπορ που γνωρίζει πάρα πολύ καλά, τη συγγραφή ακουστικών folk ύμνων, με εξαιρετικά περάσματα από διάφορα μουσικά όργανα που παραπέμπουν σε παλαιότερες περιόδους της Βρετανικής μουσικής παράδοσης. Το album κλείνει ιδανικά με το The Fisherman of Ephesus, το οποίο και μόνο που έχει το θράσος να ζηλέψει και να προσπαθήσει να κλέψει ελάχιστη από τη δόξα του Hunting Girl, αρκεί για να χαρακτηριστεί ως ένα από τα top 3-4 τραγούδια του 47λεπτου Zealot Gene.


Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι εν έτει 2022 έχουμε τη δυνατότητα να ακούμε νέο album από τον Ian Anderson και τους Jethro Tull. Ο πολυμήχανος μουσικός, κυκλοφορεί ένα από τα καλύτερα albums της 40ετίας για το συγκρότημα, το οποίο χωρίς φυσικά να φτάνει στο επίπεδο του, δε φοβάται να κοιτάξει στα μάτια τα albums της 70s περιόδου του συγκροτήματος. Κανείς δε γνωρίζει ποια θα είναι η εξέλιξη του brand των Jethro Tull, αφετέρου με την πανδημία να μην έχει τεθεί πλήρως υπό έλεγχο, αφετέρου με το γεγονός ότι στα 70+ χρόνια του, ο Anderson παραμένει τόσο δημιουργικός, όσο όμως και απρόβλεπτος. Το The Zealot Gene δεν ήρθε απλά για να διατηρήσει όσο γίνεται στη δημοσιότητα ένα παλαιακό συγκρότημα. Είναι ένας φρέσκος δίσκος από έναν μουσικό που ευχόμαστε όλοι να μας εκπλήξει ξανά στο μέλλον. Και αν νομίζει (κατά δήλωση του), ότι είναι πιο βαρετός και από τον πιο βαρετό μας θείο, δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο γελασμένος.


Tracklist:

1. Mrs. Tibbets

2. Jacob's Tales

3. Mine Is The Mountain

4. The Zealot Gene

5. Shoshana Sleeping

6. Sad City Sisters

7. Barren Beth, Wild Desert John

8. The Betrayal Of Joshua Kynde

9. Where Did Saturday Go?

10. Three Loves, Three

11. In Brief Visitation

12. The Fisherman Of Ephesus





67 Προβολές0 Σχόλια