Marillion : An Hour Before It's Dark

Στο 20ο album τους, οι θρύλοι του neo-prog δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα σε κανέναν, παρά μόνο στους εαυτούς τους. Άλλο ένα εξαίρετο album.

Tracklist:

1. Be Hard On Yourself

i. The Tear in the Big Picture

ii. Lust for Luxury

iii. You Can Learn

2. Reprogram the Gene

i. Invincible

ii. Trouble-Free Life

iii. A Cure for Us?

3. Only a Kiss

4. Murder Machines

5. The Crow and the Nightingale

6. Sierra Leone

i. Chance in a Million

ii. The White Sand

iii. The Diamond

iv. The Blue Warm Air

v. More Than a Treasure

7. Care

i Maintenance Drugs

ii. An Hour Before It's Dark

iii. Every Cell

iv. Angels on Earth


Το Classic Rock, το Progressive, τα διάφορα genres, δεν είναι μόνο ο ωκεανός των κλασικών ή μη albums περασμένων δεκαετιών. Πολλά και ποικίλα συγκροτήματα του παρελθόντος, είναι ακόμα μαζί μας, υγιείς και ακμαίοι, παραθέτοντας ενίοτε σπουδαία δείγματα του ταλέντου, της κλάσης τους και της κληρονομιάς τους, δείγματα που θα μελετάμε σποραδικά στην καινούρια αυτή στήλη. Σε μία έντονη δισκογραφικά χρονιά, συναντάμε και τον καινούριο δίσκο των αγαπημένων ηγετών του neo-prog των 80s, Marillion, μέσω της earMusic Records. 20ο πλέον στη σειρά, με το εδώ και 33 (!) ολόκληρα χρόνια line up τους, χωρίς να έχουν να αποδείξουν κάτι στον οποιοδήποτε παρά μόνο στον εαυτό τους. Η εποχή που η μουσική των Marillion ήταν γεμάτη εκπλήξεις και οι οπαδοί τους περίμεναν διακαώς να μάθουν την καινούρια κατεύθυνση και τους πειραματισμούς του group, είναι μια εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η φόρμουλα των τελευταίων (αρκετών) albums, θα συνεχιστεί κατά τα φαινόμενα και στο ολόφρεσκο An Hour Before It's Dark, με τη διαφορά ότι σε αντίθεση με το F.E.A.R. του 2016, το An Hour Before It's Dark έχει πολύ περισσότερες αξιομνημόνευτες στιγμές, ενώ η δομή των τραγουδιών παραπέμπει στην παλιά καλή progressive rock φόρμουλα όπως θα δούμε και παρακάτω.


Οι Marillion όμως είχαν να περιοδεύσουν από το 2019. Μάλιστα είχαν ζητήσει από το fan base τους να καλύψει ένα μέρος του ασφαλιστικού κόστους ακύρωσης της περιοδείας, η οποία θα ξεκινούσε στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς. Το συγκρότημα έτσι κι αλλιώς ήταν από τους πρωτοπόρους του crowdfunding, όταν και ο Mark Kelly συγκέντρωσε το ποσό που απαιτήθηκε για τις ηχογραφήσεις του Anoraknophobia του 2001. Σε δήλωση του στους Financial Times, o drummer Ian Mosley είχε πει πως ο συγκρότημα δεν μπορούσε να βασιστεί σε μακροχρόνιους ασφαλιστικούς συνεργάτες, σε ένα περιβάλλον που ως γνωστόν ανάγκαζε πολλούς καλλιτέχνες και groups να αναβάλλουν ξανά και ξανά τις προγραμματισμένες εμφανίσεις τους. Σε αυτό το εντελώς ανασφαλές περιβάλλον, το συγκρότημα βρήκε το σθένος να ηχογραφήσει το An Hour Before It's Dark album, ξανά (όπως και στο F.E.A.R.) στα Real World Studios, ιδιοκτησίας του Peter Gabriel. Το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, το "πλασάρισμα" του album στα charts είναι το καλύτερο εδώ και πάρα πολλά χρόνια κι όλα δείχνουν ότι η επερχόμενη περιοδεία για την προώθηση του δίσκου θα στεφθεί με επιτυχία. Βασικός παράγοντας για αυτό, παραμένει φυσικά το ποιοτικότατο υλικό που συναντάει κανείς ΚΑΙ σε αυτό το album.


Το tracklist καταδεικνύει το ένοχο μυστικό πολλών progressive rock οπαδών, ότι όσο λιγότερα τα τραγούδια ενός δίσκου, τόσο πιθανότερο η ποιότητα του να προσομοιάζει στα standards που το ίδιο το genre έχει θέσει. Τα εν λόγω 7 (6 και μία εισαγωγή) του An hour before it's dark αποδεικνύονται λίρα εκατό, για ένα συγκρότημα που είναι τόσο πολύ καιρό μαζί, ώστε να μπορεί να τα διακλαδώνει με μαεστρία και να δημιουργεί σύνολα και υποσύνολα που δεν κουράζουν ούτε λεπτό τον ακροατή. Το εναρκτήριο Be Hard on Yourself περικλείει όλη την κληρονομιά του Steve Hogarth με το συγκρότημα, ιδιαίτερα στις πιο μελαγχολικές στιγμές της κληρονομιάς αυτής, με το δίδυμο Mark Kelly και Steve Rothery να μας ταξιδεύει σε εποχές Marbles αλλά και πιο πίσω, τοποθετώντας ιδανικό καμβά για τη φωνή του H. Θα μπορούσε δε κανείς να πει πως το στίχο "Be hard on yourself, you’ve been spoilt for years" θα δυσκολευόμασταν να τον φανταστούμε από τη φωνή άλλου καλλιτέχνη. To Reprogram the Gene ξεφεύγει από το ταξιδιάρικο/ημιακουστικό χαρακτήρα του δίσκου, όντας πιο rocking, όσο μπορεί κανείς να μιλήσει για rocking φάση των Marillion εν έτει 2022. Οι στίχοι του τραγουδιού για μια ακόμη φορά ποιητικοί, ανοικτοί σε ερμηνείες, μαζί με σύγχρονες αναφορές όπως την περίφημη Σουηδή ακτιβίστρια Greta Thunberg κλπ. Το ταξίδι συνεχίζεται σε έναν δίσκο που σίγουρα δεν είναι κάτι το πολύ διαφορετικό από αυτό που μας έχουν παρουσιάσει οι Marillion όλα αυτά τα χρόνια, αλλά είναι αναφαίρετο δικαίωμα τους να επιμένουν σε μια υπερεπιτυχημένη φόρμουλα, μαζί με το αντίστοιχο δικαίωμα των ακροατών τους να τους ακολουθούν με περίσσεια σιγουριά. Murder Machines και το συγκρότημα δεν απογοητεύει ούτε στιγμή, με μια κλασική Marillion σύνθεση της τελευταίας εικοσαετίας, πανέμορφη μέσα στη απλότητα των επιμέρους συνθέσεων που την αποτελούν, σαφέστατα επηρεασμένη από Pink Floyd και τις new wave αναφορές του group, σε σχέση πάντα με το progressive rock παρελθόν του. Το ίδιο συμβαίνει με το Crow and the Nightingale, με τη δουλειά του Mark Kelly σε πρώτο πλάνο, καθώς οι στιγμές που ο Rothery αναλαμβάνει πρωτοβουλίες είναι μετρημένες, αλλά ταυτόχρονα τόσο χαρισματικές και αξιομνημόνευτες.

Για το τέλος, οι Marillion αποζημιώνουν με δύο δαιδαλώδεις συνθέσεις, 11 και 15 λεπτών αντίστοιχα, σε ηχοχρώματα που άνετα χαρακτηρίζονται ως progressive pop ή κάτι αντίστοιχο. Ξεχωριστά τραγούδια και ιντερλούδια ως υποσύνολα, με ευκρινέστατη παραγωγή, ιδανικές πινελιές από τον βετεράνο Ian Mosley στα τύμπανα και φυσικά άλλη μια πολύ καλή ερμηνεία από τον Steve Hogarth, πάνω στην ιδιαίτερη στιχουργική του, για την οποία είναι άλλη μια φορά αποκλειστικός υπεύθυνος όπως και σε παλαιότερα albums του συγκροτήματος. Το πανέμορφο Sierra Leone δεν κάνει προσπάθεια για να κρύψει την φανερή Brave επιρροή του, γιατί να το κάνει άλλωστε. Το δε Care που κλείνει τον δίσκο, είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα σύνθεση αυτού, με επιρροές από ηλεκτρονική μουσική, σε ένα έπος που εξελίσσεται από την μυστηριώδη εισαγωγή του στο κλασικό Marillion μοτίβο, της δισκογραφίας από το Brave κι έπειτα. Στιχουργικά, είναι για μια ακόμη φορά οι μικρές μικρές φράσεις του Hogarth που κάνουν τη διαφορά.


"Thank you for making me truly, truly alive

In a life where luxury was sometimes, to survive"


Άλλος ένας ιδιαίτερος, προσωπικός, εσωστρεφής και ταξιδιάρικος (με την καλύτερη των εννοιών) δίσκος των Marillion, φτάνει στο τέλος του.


Παρόλο που το είδος που υπηρετούν είναι εξ ορισμού αντικείμενο πολλών εκπλήξεων, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει με το νέο album του συγκροτήματος, κάτι που φυσικά δεν είναι καθόλου αρνητικό εν προκειμένω. Έχοντας ως συνθετική βάση κάποιες από τις πραγματικά μεγάλες στιγμές τους με τον Steve Hogarth, μας χαρίζουν έναν ακόμη δίσκο με πολλαπλά επίπεδα ακροάσεων, με τη χημεία μεταξύ των μελών στα δεδομένα ύψη και έναν Hogarth να καταπιάνεται με ζητήματα όπως η ύπαρξη και η θνησιμότητα, μέσα από τους πανέξυπνους και αλληγορικούς στίχους του. Οι Marillion δύσκολα θα κάνουν καινούριους οπαδούς με το An Hour Before It's Dark. Πολύ περισσότερο, οι ρομαντικοί οι οποίοι θα περίμεναν κάποια ξαφνική επιστροφή στις ρίζες του συγκροτήματος με τον Fish, ξανά θα ψάχνουν ψύλλους στα άχυρα, clutching at straws δηλαδή για το απαραίτητο λογοπαίγνιο με τη δισκογραφία του group. Μένουν λοιπόν όλοι αυτοί που ακολουθούν το συγκρότημα εδώ και δεκαετίες, που μέσα από τον δισκογραφικό τους πλούτο συνεχίζουν να ανακαλύπτουν τις αγαπημένες τους στιγμές, προσθέτοντας τες στο προσωπικό τους best of. Το παρόν κείμενο λοιπόν θα αφιερωθεί σε ένα εξέχον μέλος της τελευταίας κατηγορίας, που έφυγε από κοντά μας πριν από κάποιους μήνες, από την κατάρα του Covid-19.


Για τον Περικλή.


Μπάμπης Καλογιάννης


22 Προβολές0 Σχόλια