Megadeth : The Sick The Dying and... The Dead!

Καινούρια δουλειά από τους βετεράνους thrashers, μέλος του Big 4 του είδους και το Vinylian ψάχνει το στίγμα του δίσκου.

Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης



Υπ'αριθμόν νούμερο 16 studio album για τους Megadeth. Έξι χρόνια μετά το πολύ καλό Dystopia, εν μέσω αναταραχών, αλλαγών, εμφανίσεων στην επικαιρότητα όχι πάντα για τους σωστούς λόγους και εν μέσω μιας πανδημίας, ο Dave Mustaine κι η παρέα του επιστρέφουν με έναν δίσκο που δημιουργεί προσδοκίες εξαρχής. Λόγω του ονόματος του γκρουπ και κυρίως λόγω της αναμονής, η οποία από μόνη της ανάγει το The Sick The Dying... and the Dead στη σφαίρα εκείνων των δίσκων που περιμένεις να σε αποζημιώσουν άμεσα. Δεν πέρασαν και λίγα οι Megadeth αυτό το διάστημα. Με τον βιρτουόζο Kiko Loureiro να αποτελεί εδώ και καιρό συνοδοιπόρο του Mustaine στην διπλή κιθαριστική επίθεση, αλλά και τον drummer Dirk Verbeuren να αποτελεί μόνιμο μέλος από το 2016, βρίσκει κανείς το συγκρότημα σταθερό κατά τα 3/4 και την πολύπαθη θέση του μπασίστα αυτή τη στιγμή, να είναι για άλλη μια φορά κενή. Σε περίπτωση που διαφεύγει της μνήμης του αναγνώστη, ο θρύλος David Ellefson αποτελεί παρελθόν από το Μάϊο του περασμένου έτους, καθώς ύστερα από το ακατάλληλο για ανηλικούς υλικό το οποίο ανέβηκε στο twitter, ο Mustaine ένιωσε πως δεν έχει άλλη επιλογή. Η υπόθεση είχε πολλά twists and turns, το βίντεο διέρρευσε στα χέρια κόσμου ακατάλληλου να το διαχειριστεί, όλα αυτά φυσικά είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην εικόνα των Megadeth, έτσι λοιπόν στις 24 Μαϊου οι Megadeth με επίσημη ανακοίνωση τους ενημέρωσαν πως ο Ellefson δεν είναι πλέον στην μπάντα. Σήμερα θα τον συναντήσει κανείς μαζί με τον σπουδαίο Jeff Scott Soto στο νεόκοπο Ellefson-Soto Project.


Με τα πολλά λοιπόν, ο Rattlehead επιστρέφει σε εξώφυλλο των Megadeth και μένει να δούμε τι έχουν να προσφέρουν στη σκηνή, στους fans και στους εαυτούς τους. Όλα αυτά εν έτει 2022 με 37 χρόνια δισκογραφίας στην πλάτη και με το πακέτο των καταχρήσεων, θανάτων, μηνύσεων και ξεκατινιάσματος να είναι πλήρες και πλούσιο, όπως για κάθε μεγάλο γκρουπ που σέβεται τον εαυτό του. Το σύνηθες κλισέ περί ανυπαρξίας της ανάγκης αποδείξεων σε κόσμο και εαυτούς, δε βρίσκει εφαρμογή εδώ. Ύστερα από το σκηνικό με τον Ellefson, με τους "εχθρούς" Metallica να είναι στην επικαιρότητα σε καθημερινή σχεδόν βάση, και με την έλλειψη νέου υλικού για αρκετά χρόνια, οι Megadeth "οφείλουν" (με την καταχρηστική έννοια του όρου) να παραδώσουν έναν τουλάχιστον καλό μέχρι πολύ καλό δίσκο. Στο μπάσο επιστρατεύεται ο πολύς Steve DiGiorgio, με την πλούσια θητεία σε Sadus, Death & Testament να μιλάει από μόνη της για το βιογραφικό, αλλά και τη βιρτουοζιτέ του. Αντίστοιχα, ένα "ζόρικο" εξώφυλλο με τον Rattlehead, μασκότ του γκρουπ, να δεσπόζει σε αυτό, αν μη τι άλλο προμηνύει για τις καταστάσεις οι οποίες εκτόξευσαν το status των Megadeth, αυτές του τραχύτατου speed/thrash, με τα περίπλοκα riffs του Mustaine και τα ρινικά φωνητικά του. Η περίοδος σύνθεσης και ηχογράφησης του έμελλε να είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία του γκρουπ, ύστερα από την απόλυση του Ellefson, όλα τα μέρη του επανηχογραφήθηκαν από τον DiGiorgio, μέχρι και το website sickdyingdead.com υπήρξε εκεί ώστε να προωθήσει το δίσκο. Μετά τη δεύτερη ακρόαση, ο Dave Mustaine δείχνει να κερδίζει το στοίχημα αυτό.

Με το δίσκο να ξεκινάει με την ιαχή "Bring out your dead" παραπέποντας σε σκοτεινές εποχές της ανθρωπότητας (ή τους Monty Python, όπως το πάρει κανείς), ο Mustaine επισκέπτεται εποχές και ήχους που γνωρίζει, με το ομώνυμο τραγούδι να παραπέμπει στην επιτυχημένη φόρμουλα του Dystopia. Ήχος πεντακάθαρος, Verbeuren ιδιαίτερα άνετος και η εισαγωγή βάζει τα πράγματα στη θέση τους λίγο πολύ. Το τελείωμα έχει κάτι λίγο από Tornado of Souls, κάτι που φυσικά δεν ενοχλεί κανέναν. Το δε Life in Hell με τον thrash-ίζων ρυθμό του μπορεί να γίνει πολύ άνετα ένα live favourite για τους fans του σχήματος, ένα Rattlehead πολλά χρόνια μετά. Η συνεργασία έκπληξη έρχεται με το Nightstalkers και τη συμμετοχή του Ice-T σε ένα εξίσου ξέφρενο τραγούδι, προφανώς ο Verbeuren ενέπνευσε τον Mustaine να γράψει πιο τραχύ και speed υλικό, τουλάχιστον φαινομενικά. Το δε μεσαίο μέρος με τον γνωστό rapper είναι ένα μικρό έπος, ο Ice-T ήταν πάντα μια (όχι και τόσο) ένοχη απόλαυση για τον συγκεκριμένο ήχο, το τραχύ της φωνής του κολλούσε πάντα με τέτοιου είδους τραγούδια. Το Dogs of Chernobyl περνάει σχετικά απαρατήρητο, παρά το classic Megadeth τελείωμα του που παραπέμπει ολίγον σε Peace Sells περιόδους, ενώ το Sacrifice που ακολουθεί αποτελεί μια πολύ καλή σύνθεση της Countdown to Extinction τεχνοτροπίας. Το Junkie θα κλείσει το πρώτο μισό του δίσκου κερδίζοντας άνετα τις εντυπώσεις, με riffs και ρυθμούς από αυτούς που μόνο ο Mustaine μπορεί να αποδώσει τόσο εξαιρετικά. Το κλασικό album του 1992 θα επισκεφτεί και το Killing Time που ακολουθεί, ενώ το Soldier On! επισκέφτεται πολύ παλιές εποχές, με τις NWOBHM ρίζες του Dave να κάνουν την εμφάνιση τους, δημιουργώντας ένα από τα highlights του The Sick The Dying... and the Dead. Άλλο ένα speed διαμαντάκι με το Celebutante και ένα riff σκέτη απόλαυση, τραγούδι που αν βρισκόταν σε κάποιο δίσκο της late 80s περιόδου, η ιστορία θα είχε γραφτεί διαφορετικά. Το Mission to Mars προσπαθεί να κερδίσει τις εντυπώσεις μέσα από την πολύπλοκη δομή του, χωρίς όμως να βάζει υποψηφιότητα για top τραγούδι του δίσκου. Κάτι το οποίο κάνει η κατακλείδα αυτού, με το We'll be back να έχει πέρα από το σαφές μήνυμα του, για μια ακόμα φορά τον κλασικό thrash ήχο των Megadeth, ένα χαμένο εγγόνι του Peace Sells που κλείνει πανηγυρικά μια ιδιαίτερη επιστροφή για τους Megadeth. Μια επιστροφή που όπως και το προηγούμενο album Dystopia, κάνει ξανά τους πολυάριθμους οπαδούς τους να νιώθουν περήφανοι για την αγάπη τους όλα αυτά τα χρόνια.


Ο Dave Mustaine και οι Megadeth παραδίδουν μετά από πολλές δεκαετίες στο κουρμπέτι, έναν ακόμα δίσκο που περιέχει αυτό που ξέρουν να κάνουν πολύ καλά. Γρήγορα και τεχνικά riffs, πλούσιες ενορχηστρώσεις, τα ρινικά σχεδόν ειρωνικά φωνητικά του Mustaine, φυσικά και τις εκάστοτε συνεργασίες έκπληξη. Δεν υπάρχει κάποιο σημάδι κόπωσης, η φόρμουλα είναι δοκιμασμένη, πετυχημένη, οι δε Loureiro και Verbeuren γνωρίζουν ότι φοράνε μία πολύ βαριά φανέλα, καταφέροντας σε κάθε περίπτωση να αποδώσουν τα μέγιστα. Κανείς δεν ξέρει αν αυτό θα είναι το τελευταίο album των Megadeth, πιθανότατα και ευτυχώς δε θα είναι, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση είναι ένας σπουδαίος τρόπος για ένα γκρουπ να αποσυρθεί. Ο Dave Mustaine, μιλώντας από την ψυχολογική πλευρά του θέματος, παραμένει ένας άνθρωπος που όρισε την επιτυχία του με λάθος τρόπο. Παρότι έχει αφήσει μία τεράστια παρακαταθήκη, θεώρησε πως το μέγεθος της επιτυχίας συνδυάζεται πάντα με το αν ξεπέρασε το γκρουπ του οποίου ήταν μέλος ως νέος, το γκρουπ που στάθηκε η αφορμή για τη δημιουργία των Megadeth με σκοπό να τους ξεπεράσει. Γι αυτό και είναι δουλειά όλων των υπολοίπων να κρίνουν τη μουσική του ξεχωριστά, σαν μία αυτόνομη οντότητα. Γιατί η σύγκριση με τους Metallica, τουλάχιστον στο εμπορικό κομμάτι θα τον τοποθετεί πάντοτε στη μεριά των ηττημένων.



36 Προβολές0 Σχόλια