Michael Monroe : I live too fast to die young!

Το νέο album του πρώην τραγουδιστή των Hanoi Rocks συντηρεί τον - δεδομένο και μεγάλο - μύθο του.

Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης



Η ιστορία γύρω από τους Hanoi Rocks είχε πάντα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Πολλές οι παράμετροι, από το γεγονός ότι κατάφεραν και υπήρξαν ιδιαίτερα επιδραστικοί σε ένα εντελώς Αμερικανοκρατούμενο είδος, μέχρι την τραγωδία με τους Motley Crue και τον Razzle, αλλά και τα "κολλητηλίκια" με τον Axl Rose. Αποτελούν σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα what if της rock ιστορίας, καθώς είναι πολύς ο κόσμος που αναρωτιέται πως θα είχαν εξελιχθεί αν δεν είχαν οδηγηθεί σε πρόωρη διάλυση, πως θα ήταν ο ήχος τους στα αφιλόξενα για το sleaze rock 90s. Σε κάθε περίπτωση, είναι δεδομένο πως ηγήθηκαν ενός χώρου όσον αφορά τα Ευρωπαϊκά groups, έχουν εξαιρετική δισκογραφία τουλάχιστον στα 80s, ενώ δεν υπάρχει σοβαρό σύγχρονο group του genre που να μη τους αναφέρει ως βασική επιρροή. Ακόμα και αν την ποιότητα δίσκων όπως τα Self Destruction Blues και Two Steps from the Move δε θα την ξανασυναντήσουμε έτσι εύκολα, εντούτοις και ευτυχώς, έχουμε τον ηγέτη τους Michael Monroe να ακολουθεί πλούσια προσωπική καριέρα, εδώ και πολλά χρόνια, με τα πάνω και τα κάτω της. Το τελευταίο πόνημα της οποίας ακούμε και παρουσιάζουμε.


Από τη στιγμή που έχουν περάσει πολλά χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου προσωπικού δίσκου του, είναι πλέον ασφαλές να οδηγηθούμε σε μια κρίση για τα albums που φέρουν την υπογραφή του Michael Monroe. Την εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία των Nights are so Long και (κυρίως) Not Fakin' It, δεν υπάρχει περίπτωση να την επαναλάβει, ωστόσο δίσκοι όπως τα Whatca Want του 2003 και Horns and Halos δέκα χρόνια αργότερα, έχουν πολυσήμαντη επιτυχία, καθώς κρατάνε το όνομα του καλλιτέχνη στην επικαιρότητα, ενώ διατηρούν φυσικά και τον μύθο των Hanoi Rocks στην επιφάνεια, πέρα από τα όποια αμφιλεγόμενα reunions. Η περσόνα του Monroe, αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο, επηρεασμένη τόσο από τους glam θεούς των 70s όπως ο Bowie, αλλά ταυτόχρονα με πάμπολλες δόσεις punk αισθητικής (κολλητός του Stiv Bators των Dead Boys εξάλλου). Γεμίζει τη σκηνή με την πληθωρική του παρουσία και το πάντα ευπρόσδεκτο σαξόφωνο του, ενώ η φωνή του χωρίς να διεκδικούσε δάφνες υψιφώνου και ποτέ, κολλούσε ιδιαίτερα με το υλικό που έχει τραγουδήσει, με αντίστοιχο γρέζι όταν και όπου χρειάζεται. Μία ιδιαίτερα επιτυχημένη σύνοψη όλων των παραπάνω αποτελεί το νέο album του "I live too fast to die young!", με τον τίτλο να θέλει να πει πολλά, αλλά τη μουσική του να μιλάει καλύτερα.



To I live too fast to die young είναι ένα album που διακατέχεται από περίσσεια όρεξη και ενέργεια. Από το εισαγωγικό κιόλας Murder the Summer of Love, που επιλέγη και ως single, έχουμε τον Michael να μη δυσκολεύεται ιδιαίτερα να αποδώσει τον ήχο του, σε ένα τραγούδι που αρέσει χωρίς να ξετρελαίνει. Από το Young Drunks & Old Alcoholics που ακολουθεί και για τη συνέχεια, η glam punk συνιστώσα παίρνει τα πάνω της, με το πνεύμα των Hanoi Rocks παρόν φυσικά, ενώ το πολύ όμορφο Derelict Palace επισκέφτεται εποχές Not Fakin' It, τότε που ο Μichael Monroe είχε πάρει τον raw ήχο των Hanoi Rocks, πηγαίνοντας τον κάποια βήματα παραπέρα. Το δε All Fighter αναδεικνύει το punk στοιχείο, όντας εντελώς up-beat, δίνοντας δε τη σειρά του σε ένα από τα highlights του δίσκου. Το Everybody's Nobody έχει mid-tempo ρυθμό, πανέμορφη γέφυρα και refrain, ενώ στους στίχους ο Monroe φανερώνει την εμπειρία ζωής που έχει, με στίχους που αφορούν την επιτυχία, την αποτυχία και τη διαχείριση τους. Σύμφωνα με τα δικά του λόγια :


"Είναι μια αυθόρμητη ιστορία για να αφήσεις τις «παλιές καλές μέρες» και να βρεις τα πράγματα που σε κάνουν ευτυχισμένο εδώ και τώρα. Πολλοί καλλιτέχνες στη θέση μας φαίνονται ικανοποιημένοι να απολαμβάνουν τη λάμψη της νοσταλγίας αντί να προσπαθούν να προχωρήσουν. Και αφού ποτέ δεν τα κατάφεραν, θα προτιμούσαν να ισχυριστούν ότι ποτέ δεν το ήθελαν πραγματικά».


Διάλειμμα στο δίσκο με την πολύ όμορφη μπαλάντα Antisocialite, ένα τραγούδι μελαγχολικό και ουχί μίζερο, με ιδιαίτερα εύθυμη νότα στο refrain, το οποίο δίνει τη θέση του στο Can't Stop Falling Apart, με party διάθεση, πολύ όμορφο και πιάνο και ουσιαστικά φόρο τιμής στο glam των 70s που "άνδρωσε" τον καλλιτέχνη. Για να υπάρξει στη συνέχεια η εναλλαγή με τον punk κεραυνό του Pagan Prayer, αναπόσπαστο κομμάτι της μουσικής ιδιοσυγκρασίας του Michael Monroe, που προσθέτει πάντως και τη μελωδία στο είδος, για το ξεκάρφωμα. Πλησιάζοντας προς το τέλος συναντάμε το No Guilt, σε μια αξιοπρεπή προσπάθεια του Michael να θυμήσει τις εποχές του θρυλικού All Night with the Lights On, ενώ πολύ έξυπνα θα αφήσει το ομώνυμο τραγούδι ως προτελευταίο, ένα εντελώς up tempo τραγούδι κατευθείαν βγαλμένο από τις όμορφες μέρες δίσκων όπως το Oriental Beat (για τους παλαιότερους). To Dearly Departed, παρότι ιδιαίτερα περίεργο σαν ηχητική προσέγγιση για τον Monroe, θα τελειώσει με ωραίο τρόπο τον δίσκο. Έναν δίσκο που δε θα αλλάξει τη ζωή κανενός μας, απλά θα την ομορφύνει για λίγο σε κάθε ακρόαση του. Ο Michael Monroe δεν έκανε κάποιο θαύμα, αλλά σίγουρα έκανε με ιδιαίτερη επιτυχία για μια ακόμη φορά, αυτό που ξέρει καλύτερα.


Ο Monroe βρίσκεται πλέον στο 60ο έτος της ηλικίας του αλλά δε φαίνεται να πτοείται ούτε στο ελάχιστο. Έχοντας "καπαρωμένη" τη θέση του στη rock μυθολογία, ηχογραφεί χωρίς άγχος κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα, να παραδίδει μαθήματα sleaze rock συνεχίζοντας να αποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους ονόματα οπως οι Guns N Roses, ή και πιο σύγχρονοι όπως οι Crashdiet, έπιναν νερό στο όνομα των Hanoi Rocks. Το "I live too fast to die young" δεν πρόκειται να αλλάξει το ρου της ιστορίας, πολλώ δε μάλλον της καριέρας του Monroe. Σε κάθε περίπτωση, ας γίνουμε κουραστικοί ακόμα μια φορά, έχοντας υπόψη για τις τραγωδίες που έχει βιώσει ο χώρος αλλά και εν προκειμένων οι Hanoi Rocks, πως είναι ευτύχημα και ευλογία αν θέλετε που αυτοί οι καλλιτέχνες είναι ακόμα ανάμεσα μας, χαρίζοντας μας απλόχερα νέο υλικό. Στο repeat λοιπόν ο νέος δίσκος, μέχρι την επαναμελέτη της δισκογραφίας των Φινλανδών θρύλων για ένα Worst to Best γεμάτο μεράκι και θύμησες.


22 Προβολές0 Σχόλια