Spiritual Beggars : Mantra III (1998)

Ένα μνημείο του stoner, μια σπουδαία ανάμνηση για τους 40+, από τα σπουδαιότερα δημιουργήματα του πολυπράγμονος Michael Amott.

Γράφει ο Μπάμπης Καλογιάννης



Μια εποχή που ο μετέπειτα γίγαντας που λέγεται stoner rock, είχε μόλις αρχίσει να σχηματίζει την τελική όψη του και να δίνει τα πρώτα σπουδαία δείγματα του. Μέσα στα εναλλακτικά, πολυποίκιλα και πειραματικά 90s, το stoner ήταν από τα είδη που παρόλο το ότι δεν έφτανε ακόμα τα επίπεδα δημοφιλίας των 2000s κι έπειτα (με την αντίστοιχη σπουδαία ελληνική σκηνή), εντούτοις είχε αρχίσει να κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του, με αριστουργήματα που τότε βρίσκοταν σε cult status ενώ σήμερα είναι κοινώς αποδεκτά ως κάποια από τα καλύτερα albums της εποχής, αλλά και όλων των εποχών. Οι σπουδαίοι Kyuss (πρώην Sons of Kyuss) με τα λαμπρά Blues for the Red Sun και Sky Valley, οι doomsters Sleep, τα πρώτα τεράστια δημιουργήματα των Monster Magnet, η εκτίναξη και ο πειραματισμός με διάφορους ήχους για τους μεγάλους Cathedral του Lee Dorian. Η παράδοση των Black Sabbath και των Budgie, συνδυασμένη με την αφρόκρεμα της psychedelic rock παράδοσης των 60s, με ήχο απόκοσμο, ερημικό, ταυτόχρονα όμως τόσο δελεαστικό και προσιτό. Συγκροτήματα τίμια τα οποία έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα εκτίναξη του είδους, εναλλακτικές προτάσεις metal και rock μουσικών, πολλοί εκ των οποίων έψαχναν εναγωνίως ένα όχημα για να διοχετεύσουν τις 70s επιρροές και εμπνεύσεις τους. Στους πολύ μεγάλους του είδους ανήκουν φυσικά και οι Spiritual Beggars του Michael Amott.


Αυτής της παλιάς καραβάνας της Σουηδικής σκηνής, ενός πολύ ωραίου τύπου ο οποίος διέπρεψε με όποιο genre καταπιάστηκε, επιδεικνύοντας επαγγελματισμό, συνέπεια, ταλέντο, ενίοτε δε απίστευτη έμπνευση. Με θητεία σε ονόματα τοτέμ του ακραίου ήχου όπως οι Carcass και οι Carnage, καθώς επίσης και με μεγάλη καριέρα που συνδυάστηκε με το ξεπέταγμα και την καθιέρωση των Αrch Enemy στην "Premier League" του είδους, ο Amott συμμετείχε σε πλήθος κλασικών δίσκων, κρατούσε όμως δε ένα ιδιαίτερο χώρο στη ζωή και στην καθημερινότητα του για το προσωπικό του όχημα, τους Spiritual Beggars. Τους εξαιρετικούς αυτούς stoner rockers οι οποίοι με αργά και σταθερά βήματα, δίσκο προς δίσκο, έχτισαν το brand τους απολαμβάνοντας σήμερα τη φήμη ενός εκ των μεγάλων του είδους. Ο Amott κατάφερε και χώρεσε μέσα στην καριέρα του τα 70s μουσικά (και μη) βιώματα του, δημιούργησε το όχημα με το οποίο θα τιμούσε την επιρροή του Michael Schenker, του Uli Jon Roth, του τεράστιου Frank Marino. Σίγουρα όμως ήταν η early 00s περίοδος των Spiritual Beggars που θεωρείται η κλασική, με τα πλέον εμπορικά albums, δίσκους που συνδυάζαν με εξαιρετικό τρόπο το stoner υλικό με σύγχρονο ήχο και την τέχνη του songwriting στα ύψη. Και φυσικά με τον αληταρά Spice σε μπάσο και φωνητικά να δίνει το κάτι (πολύ) παραπάνω στο τελικό αποτέλεσμα, και εν τέλει στον θρύλο των Spiritual Beggars.


Τίποτε από όλα αυτά δε θα είχε συμβεί, χωρίς το Mantra III του 1998. Ύστερα από δύο καλά έως πολύ καλά albums, τα οποία έδειχναν ξεκάθαρα το potential αυτού του γκρουπ, οι Spiritual Beggars κυκλοφορούν το πρώτο καθαρό δεκάρι, ένα album αψεγάδιαστο, εθιστικό, heavy όσο δε γίνεται και ταυτόχρονα φουλ μελωδικό, έναν δίσκο που για τους φίλους των 70s αποτελούσε Άγιο Δισκοπότηρο εκείνη την εποχή, καθώς άκουγαν κάποια από τα πολύ αγαπημένα τους γκρουπς να ξεπηδούν μέσα από το σπουδαίο υλικό του δίσκου. Τα classic rock riffs, η ψυχεδέλεια στο κομμάτι της παραγωγής και στο αντίστοιχο στιχουργικό, τα hard and heavy ξεσπάσματα, η όλη ατμόσφαιρα που εκείνη την εποχή θα όριζε το stoner, πολύ πιθανόν χωρίς καν να το γνωρίζει.



Ένα Homage to the Betrayed με τον ξέφρενο ρυθμό και τον εθιστικό desert ήχο στην κιθάρα του. Ένα Monster Astronauts βγαλμένο κατευθείαν από το Vol. 4, τον δίσκο των Sabbath που επηρέασε το εν λόγω ιδίωμα περισσότερο από κάθε άλλον. Ένα από τα καλύτερα τραγούδια που μας έδωσαν ποτέ, λες και θέλανε να χωρέσουν όλες τις επιρροές του σε ένα τραγούδι 6 λεπτών, το ανεπανάληπτο Euphoria με riffs που δε σηκώνουν την παραμικρή αμφισβήτηση. Ακόμα και το Broken Morning που αποτελεί έναν από τους καλύτερους φόρους τιμής στον Hendrix που ακούσαμε ποτέ, δείχνει να κολλάει εξαιρετικά με το υπόλοιπο υλικό. Το οποίο συνεχίζει με το καθηλωτικό Lack of Prozac, ένα από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου αλλά και του συγκροτήματος, βουτηγμένο στην ψυχεδέλεια, με την υφέρπουσα doom-ίλα να το κάνει πραγματικά καθηλωτικό. Το πέρασμα του Superbossanova (αυτό ακριβώς που υποδηλώνει) κόβει εξαιρετικά το Mantra III σε δύο μέρη, συνεχίζοντας με τον funky ρυθμό του Bad Karma το οποίο μας χαρίζει άλλη μια ιδιαίτερα heavy (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) στιγμή. Το δε Send me a Smile θα χαρίσει ένα πλατύ χαμόγελο σε όλους τους κλασικοροκάδες, απογειώνοντας την early 70s αφρόκρεμα του είδους, μετατρέποντας την σε επίκαιρο και προσιτό για την εποχή άκουσμα. Στα συν ότι βρωμοκοπάει Humble Pie από χιλιόμετρα. Το σπιντάτο Cosmic Romance, τραγούδι "κουτί" για τον Spice που μεγαλουργούσε σε τέτοιες φόρμες, δίνει τη θέση του στο Ιnside Charmer, άλλη μία μεγάλη στιγμή του δίσκου με συνδυασμό bossanova, χύμα hard rock και ψυχεδελικών 60s. Ιδανικό πέρασμα για την τελευταία ενότητα του Mantra III, όπου συναντάει κανείς το Sad Queen Boogie, με τον τίτλο για άλλη φορά να προδίδει τη μουσική κατεύθυνση, σε αυτό το βαρύτατο boogie rock άσμα. Το album κλείνει ιδανικά με το 8λεπτο έπος Mushroom Tea Girl, το οποίο θα έλεγε κανείς πως κάνει ένα wrap up των ήχων που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια του album, ενώ το The Band is Playing, μέσα από τον ήχο και τα riffs του, εξηγεί το γιατί τόσοι 40+ εκείνης της εποχής λάτρεψαν τους Spiritual Beggars και το Mantra III...


...έναν δίσκο που έδειχνε ξεκάθαρα πως το επόμενο album θα ήταν ίσως το αποκορύφωμα της χημείας των μελών και της σπουδαίας κληρονομιάς του Michael Amott. Το Ad Astra θεωρείται από πολύ κόσμο η top στιγμή των Spiritual Beggars, με έναν αφηνιασμένο Spice να κεντάει πάνω στο (για μια άλλη μια φορά) σπουδαίο υλικό που συνέθεσε ο Amott. Η συνέχεια του γκρουπ είχε τις δεδομένες αυξομειώσεις στη δημοτικότητα, η δισκογραφική συνέχεια κρίνεται μόνο ως ικανοποιητική, ενώ και η μεταγραφή του Apollo Papathanasio (πρώην Firewind) έκανε ιδιαίτερη αίσθηση εκείνη την εποχή, με το Return to Zero του 2010 να λαμβάνει πολύ καλές κριτικές. Σε κάθε περίπτωση, το Mantra III και το Ad Astra είναι τα albums με τα οποία θα μπορούσε κάποιος να ξεκινήσει την περιήγηση του στον κόσμο των Spiritual Beggars, ως τα δύο πλέον αντιπροσωπευτικά δείγματα του τι πρέσβευαν και πρεσβεύουν. Είναι σίγουρο πως ο νεαρός ακροατής θα θέλει στη συνέχεια να έρθει στην μεγάλη 70s classic rock παρέα. Εδώ είμαστε, θα τον περιμένουμε...

17 Προβολές0 Σχόλια