Worst to Best : Accept

Μια βουτιά στη δισκογραφία των Γερμανών θρύλων με αφορμή την επιστροφή τους στην Ελλάδα, την Πέμπτη 2 Ιουνίου στο Gagarin 205.


Γράφει ο Γιάννης Πούλλος


Στις 20 και 21 Μαΐου 1993, τέτοιες μέρες δηλαδή πριν από 30 σχεδόν χρόνια, οι Accept έδιναν τις πρώτες τους συναυλίες στην Ελλάδα, σε ένα διήμερο που οι αντοχές του ιστορικού Ρόδον δοκιμάστηκαν για τα καλά. Σε λίγες μέρες και συγκεκριμένα την Πέμπτη 2 Ιουνίου, οι Accept έρχονται ξανά στη χώρα μας για να δώσουν την 13η συναυλία τους επί ελληνικού εδάφους. Με τη διπλή αυτή αφορμή και λίγο πριν τη συνάντησή μας με τον Wolf Hoffmann για μια συνέντευξη που θα διαβάσετε πολύ σύντομα, το Vinylian βρήκε την αφορμή να πραγματοποιήσει μια βουτιά στη δισκογραφία των Γερμανών θρύλων, αξιολογώντας και τα 16 άλμπουμ τους.


Predator (1996)

To κύκνειο άσμα του UDO με τους Accept έμελλε δυστυχώς να είναι και το χειρότερο άλμπουμ της μπάντας με τον ίδιο στα φωνητικά. Εντελώς άνευρο και αδιάφορο το «Predator» χάνει στα σημεία τόσο από τον προκάτοχό του όσο και από το άλμπουμ που για τους περισσότερους είναι ο προφανής ουραγός της δισκογραφίας τους όχι μόνο επειδή είναι ένα πολύ κακό Accept άλμπουμ και όχι απλά ένα αμφιβόλου ποιότητας άλμπουμ που φέρει το λογότυπο των Accept στο εξώφυλλο, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: Είναι αυτό που έβαλε την μπάντα για δεύτερη φορά σε διαδικασία διάλυσης σηματοδοτώντας ένα δισκογραφικό τέλος εποχής που μόνο αντάξιο της ιστορίας τους δεν ήταν. Το ερώτημα τι μπορεί να σκεφτόντουσαν όταν έγραφαν κομμάτια σαν το «Primitive» δεν έχει ακόμα απαντηθεί, ενώ τα «Take out the Crime» και «Run Through the Night» είναι οι μοναδικές περιπτώσεις που ένα (δειλό) χαμόγελο σκάει στα χείλη του απεγνωσμένου οπαδού.


Eat the Heat (1989)

«Ρε συ, μην θάψεις το “Eat the Heat”», με παρακάλεσε ο… αντιμιστρέητορ όταν του πρότεινα να κάνουμε μια βουτιά στη δισκογραφία των Accept με αφορμή την επιστροφή τους στη χώρα μας, στις 2 Ιουνίου στο Gagarin. Ιδού λοιπόν ο λόγος που η πρώτη απόπειρα απο-UDO-ποίησης με κάποιον… David Reece στα φωνητικά, είναι μια θέση πιο πάνω από εκείνη που κατέχει στη συνείδηση της συντριπτικής πλειονότητας των οπαδών τους. Ακούγοντάς το ξανά μετά από πάρα πολλά χρόνια καταλήγω ότι τα X-T-C, Generation Clash και Mistreated είναι οι μοναδικοί λόγοι για τους οποίους θα μπορούσα να ανεχτώ το «Eat the Heat» ως ένα φιλόδοξο δείγμα γερμανικού AOR. Και αυτό αφού έχω πρώτα αφαιρέσει το όνομα Accept από το εξώφυλλο. Όπως ήταν φυσικό, η προσπάθεια των Accept να χτυπήσουν την πόρτα ενός διαφορετικού κοινού έπεσε στο κενό και χαρακτηριστικό της γενικότερης αποκήρυξης του άλμπουμ είναι το γεγονός ότι με εξαίρεση το X-T-C κανένα άλλο τραγούδι δεν ξαναπαίχτηκε ποτέ ζωντανά σε κάποια από τις επόμενες περιοδείες τους. Ευτυχώς για όλους μας η παρένθεση θα έκλεινε γρήγορα. Συγγνώμη Μπάμπη μου αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο…


Death Row (1994)

Από τις πρώτες κιόλας νότες του ομότιτλου τραγουδιού φαίνεται ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Το δεύτερο άλμπουμ της επανένωσης των Accept δεν έχει την ενέργεια ούτε το κέφι του «Objection Overruled» και τα 70 λεπτά που διαρκεί κυλούν σχεδόν βασανιστικά, εξαιτίας ίσως και της παραγωγής που προσπαθεί ντε και καλά ακουστεί… σύγχρονη. Το «Bad Habits Die Hard» και το «Bad Religion» είναι τα μόνα κομμάτια που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να βρουν θέση σε κάποιο καλύτερο άλμπουμ των Accept και μαζί με το «Pomp and Circumstance» λειτουργούν ως σωσίβια που δεν αφήνουν το «Death Row» να βουλιάξει. Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του οι Γερμανοί ολοκληρώνουν την ευρωπαϊκή περιοδεία τους για την προώθηση του άλμπουμ στο Ρόδον, με μόλις τρία κομμάτια (τα δύο πρώτα από τα προαναφερθέντα και το ομώνυμο) να βρίσκουν θέση στο setlist. Τυχαίο; Δε νομίζω…


Accept (1979)

Σε μια περίοδο που οι Scorpions είναι το απόλυτο συνώνυμο της γερμανικής hard rock σκηνής οι Accept συστήνονται με ένα άλμπουμ στο οποίο η αγάπη τους για τους συμπατριώτες τους κατά πρώτο λόγο και για τους AC/DC κατά δεύτερο εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Οι επιρροές από τους πρώτους γίνονται ακόμα πιο εμφανείς όταν το μικρόφωνο περνάει στον Peter Baltes (στα «Seawinds» και «Sounds of War»). Ακούγοντάς το ξανά μετά από πολλά χρόνια μπορώ να καταλάβω πόσο δίκιο είχε ο Τύπος της εποχής που δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις αδιάφορες ομολογουμένως συνθέσεις του άλμπουμ αλλά επικεντρώθηκε στον UDO, τον άνθρωπο που με το ιδιαίτερο γρέζι στη φωνή του θα εξελισσόταν τα επόμενα χρόνια σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες στο metal.


I’m A Rebel (1980)

Τόσο ο προκάτοχός του όσο και το «I’m A Rebel» δεν ξεφεύγουν από τον κανόνα που θέλει τα πρώτα άλμπουμ ενός συγκροτήματος που έχει κολλήσει τόσα και τόσα ένσημα να βρίσκονται αρκετά χαμηλά στη συγκεντρωτική αξιολόγηση δισκογραφίας τους. Οχι επειδή είναι κακοί δίσκοι, αλλά επειδή έπαιξαν λιγότερο σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή τους σε σχέση με όσους ακολούθησαν. Δεν νομίζω να υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας που μετά από 42 χρόνια βάζουν το «I’m A Rebel» στο πικάπ και το αφήνουν να παίξει από την αρχή μέχρι το τέλος. Προσωπικά, το ομώνυμο μαζί με το «No Time To Lose» από την πρώτη πλευρά και τα «I Wanna Be No Hero» και «The King» από τη δεύτερη είναι οι λόγοι που θα έβγαζα σήμερα το άλμπουμ από τη δισκοθήκη μου.


Breaker (1981)

Οταν το 1981 οι Accept έγραφαν το «Breaker» πιθανότατα δεν φαντάζονταν ότι το εναρκτήριο «Starlight» θα γινόταν το τραγούδι με το οποίο θα άνοιγαν τις συναυλίες τους για πολλά χρόνια, τουλάχιστον μέχρι την αποχώρηση του UDO. Ούτε υποψιάζονταν ότι το ομώνυμο κομμάτι θα λειτουργούσε σαν μπούσουλας για τη γενιά του γερμανικού power metal που θα ξεπηδούσε τα επόμενα χρόνια. Σε κάθε περίπτωση με το τρίτο άλμπουμ τους οι Accept εκδηλώνουν την πρόθεση να βάλουν περισσότερο metal και λιγότερο hard rock στη συνταγή και αρχίζουν να χτίσουν τον ήχο που τα επόμενα χρόνια θα γινόταν το σήμα κατατεθέν τους. Το «Son Of A Bitch» αναδεικνύεται στο απόλυτο «δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω» soundtrack και κάπως έτσι το άλμπουμ, παρά τις όποιες ανισότητές του, θεωρείται σήμερα κομβικό για την μετέπειτα πορεία των Accept σηματοδοτώντας την έναρξη μιας χρυσής περιόδου.


The Rise of Chaos (2017)

Αν υπάρχει μια λέξη που χαρακτηρίζει τους Accept από την επανεμφάνισή τους στο δισκογραφικό προσκήνιο μετά το 2010 είναι η συνέπεια. Το «The Rise of Chaos» έχει τον άχαρο ρόλο να διαδεχθεί ένα άλμπουμ για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω και σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου αφού ο κιθαρίστας Herman Frank και ο ντράμερ Stefan Schwarzmann έχουν αντικατασταθεί από τον Uwe Lullis και τον Christopher Williams αντίστοιχα, ενώ είναι και το τελευταίο άλμπουμ με τον Peter Baltes στο μπάσο. Παρόλα αυτά τα καταφέρνουν και εδώ μια χαρά κι ας μην φτάνουν στα επίπεδα του «Blind Rage». Με το «The Rise Of Chaos» οι Accept δεν ανακαλύπτουν την Αμερική, αλλά στην τελική δεν είναι αυτός ο στόχος τους. Δηλώνουν όμως για ακόμη μια φορά «παρών» και δεν αφήνουν κανέναν να αμφισβητήσει τη δυναμική τους.


Too Mean To Die (2021)

Μετά από 40+ χρόνια και 15 άλμπουμ στην πλάτη ο Peter Baltes αποτελεί παρελθόν και μια ανησυχία για το πώς θα ακούγεται η μπάντα χωρίς τον άνθρωπο που έχει βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του σε ύμνους υπάρχει. Ο Wolf Hoffmann και ο Mark Tornillo όμως φροντίζουν να μην φανεί το κενό, με τη συμβολή μάλιστα και του νέου μπασίστα Martin Motnik. Πατώντας πάνω στις γνωστές φόρμες οι Accept κυκλοφορούν ακόμα ένα χαρακτηριστικό δείγμα γραφής τευτονικού metal με αξιομνημόνευτα τραγούδια που στέκονται με αξιοπρέπεια δίπλα σε ό,τι έχουν δημιουργήσει την τελευταία δεκαετία, με τα «Zombie Apocalypse», «The Undertaker», «How Do We Sleep» να είναι εκείνα που προσωπικά θα ήθελα πολύ να ακούσω το βράδυ της 2ας Ιουνίου στο Gagarin.


Objection Overruled (1993)

To πρώτο από τα τρία άλμπουμ της επανένωσης των Accept με τον UDO είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα reunion albums στην ιστορία του metal. H παταγώδης αποτυχία του «Eat the Heat» τους οδήγησε το 1989 στη διάλυση, την ώρα μάλιστα που ο UDO κυκλοφορούσε άλμπουμ τα οποία αν στην ούγια έγραφαν Accept θα ήταν πολύ ψηλά σε αυτήν την αξιολόγηση. Η δισκογραφική επανεκκίνηση πραγματοποιείται με ένα άλμπουμ - δυναμίτη και ακολουθείται από μια περιοδεία που φέρνει τους Τεύτονες για πρώτη φορά στην Ελλάδα για δύο sold out συναυλίες στο Ρόδον που μνημονεύονται ακόμα. Πατώντας πάνω στην πετυχημένη συνταγή των ένδοξων ’80s οι Accept παρουσίασαν έντεκα νέα τραγούδια που θα χωρούσαν σε οποιοδήποτε από τα άλμπουμ της χρυσής περιόδου τους, συμπεριλαμβανομένου του γλυκανάλατου «Amamos La Vida». Η ταχύτητα, η τραχύτητα, τα κοφτά ριφς και τα πιασάρικα ρεφρέν ήταν όλα εκεί και αν κρίνουμε από τις ανέμπνευστες δουλειές που το διαδέχτηκαν, το «Objection Overruled» ενδεχομένως να ήταν το αποτέλεσμα της επεξεργασίας παλαιότερων ιδεών που για κάποιο λόγο είχαν μείνει στο συρτάρι.


Blood of the Nations (2010)

Ο πρώτος δίσκος με τον Mark Tornillo πίσω από το μικρόφωνο. Οι Γερμανοί βρήκαν στο πρόσωπο και στις φωνητικές χορδές ενός Αμερικανού τον άνθρωπο που θα έκανε τη μεταλλική καρδιά να χτυπήσει ξανά, όμως για να γίνει αυτό χρειάζονταν και νέες ιδέες. Και δόξα τω Θεώ, στο «Blood of the Nations» υπάρχει πολύ υλικό που μπορεί να κοιτάξει στα μάτια το ένδοξο παρελθόν και να βάλει τους Accept σε μια νέα δημιουργική περίοδο, κάτω από τη στέγη της Nuclear Blast, την ώρα μάλιστα που ο UDO κυκλοφορεί δίσκους που πολλοί θα ήθελαν να είχε κυκλοφορήσει με τους Accept. Αν μάλιστα είχαν αφήξει έξω κάποια από τα fillers που παρατείνουν χωρίς λόγο τη διάρκεια του άλμπουμ, το «Blood of the Nations» θα ήταν ψηλότερα σε αυτήν την κατάταξη. Το «Teutonic Terror» και το ομώνυμο έχουν γίνει κλασικά, το «The Abyss» είναι το κρυμμένο διαμάντι του δίσκου, με την περιοδεία για την προώθησή του να περνάει και από το Gagarin. Όσοι μάλιστα βρέθηκαν εκεί τον Φλεβάρη του 2011 πήραν την απάντηση στο ερώτημα που βασάνιζε τους οπαδούς τους, αν δηλαδή ο Tornillo θα χωρούσε στα παπούτσια του UDO. Και ήταν θετική!


Stalingrad: Brothers In Death (2012)

Οι νέοι Accept πατάνε γερά στα πόδια τους, ο κόσμος έχει υποδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες τον νέο τραγουδιστή και αυτό αποτυπώνεται και στο δεύτερο άλμπουμ της εποχής Tornillo. Το «Stalingrad: Brothers In Death» συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το «Blood of the Nations» είναι όμως πολύ πιο ισορροπημένο σε σχέση με τον προκάτοχό του. Όλα όσα αγαπάμε στους Accept είναι (και) εδώ. Ριφάρες, δισολίες και ρεφρενάρες που προορίζονται για ατελείωτο sing along κοσμούν το άλμπουμ στο σύνολό του με αποκορύφωμα «Shadow Soldiers» και το ομώνυμο κομμάτι με τις στιχουργικές αναφορές στην ιστορική μάχη και τις μουσικές στον ρωσικό εθνικό ύμνο. Θα έχει πραγματικά ενδιαφέρον να δούμε αν το συγκεκριμένο τραγούδι, που πολύ δύσκολα βγαίνει από το setlist των συναυλιών τους, θα συμπεριληφθεί και στη φετινή περιοδεία, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…


Russian Roulette (1986)

Αν η αξιολόγηση της δισκογραφίας ενός συγκροτήματος βασιζόταν αποκλειστικά στο προσωπικό γούστο του γράφοντος, το έβδομο άλμπουμ των Γερμανών θα ήταν πρώτο και με διαφορά. Το «Russian Roulette» έκλεισε τον κύκλο μιας μακράς δημιουργικής περιόδου, ο δίσκος με τον οποίο οι Accept μπήκαν στο δικό μου σπίτι λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80 κάνοντας κατάληψη στο πικάπ μου και έγινε ο λόγος για τον οποίο ένα μεγάλο μέρος από το χαρτζιλίκι μου επενδύθηκε στις προηγούμενες δουλειές τους. Επειδή όμως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που βαρύνουν περισσότερο, όπως για παράδειγμα η γενικότερη απήχηση ενός άλμπουμ, η επιδραστικότητα και η αντοχή του στον χρόνο, αλλά κυρίως το μερίδιό του στην πορεία μιας μπάντας, το «Russian Roulette» δεν μπορεί να είναι πιο ψηλά, αλλά σίγουρα ούτε και πιο χαμηλά. «Ο δίσκος αυτός είναι για τους Accept ό,τι και το “Seventh Son” για τους Maiden», είχε πει κάποτε ένας καλός φίλος αποτυπώνοντας με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη σχέση αξίας/ποιότητας που απαντά έμμεσα στο ερώτημα γιατί κομματάρες σαν το «It’s Hard To Find A Way» ή το «Another Second To Be» δεν βρήκαν τη θέση που τους αξίζει στα setlist του συγκροτήματος.


Restless and Wild (1982)

Αντιλαμβάνομαι ότι η θέση αυτή μπορεί να φαντάζει έως και χαμηλή για ένα άλμπουμ που έχει μέσα τρεις ύμνους (η οποιαδήποτε αναφορά σε τίτλους είναι περιττή, νομίζω), μήπως όμως το «Restless and Wild» είναι τελικά αυτό; Τρεις ύμνοι και μετά… τι; Σύμφωνοι, υπάρχει ένα «Neon Nights» που ήταν από τις πιο καθηλωτικές στιγμές εκείνου του αξέχαστου διημέρου στο Ρόδον το 1993, αλλά και ένα «Flash Rockin’ Man» για το οποίο πολλοί είπαν ότι θα μπορούσε να είναι το τραγούδι που άκουσε ο Adrian Smith στον ύπνο ή στον ξύπνιο του πριν γράψει το riff του «2 Minutes to Midnight», αλλά μέχρι εκεί. Σε κάθε περίπτωση το «Restless and Wild» είναι το άλμπουμ με το οποίο οι Accept απογαλακτίζονται οριστικά από τις επιρροές τους και δημιουργούν τον δικό τους ήχο. Και αυτό από μόνο του αποτελεί ακόμα ένα σημαντικό παράσημο για μια μπάντα που με το εναρκτήριο «Fast As A Shark» άνοιξε το δρόμο πάνω στον οποίο θα πατούσε ένα ολόκληρο ιδίωμα και θα ανδρώνονταν μια γενιά νέων ντράμερ.


Blind Rage (2014)

Με τρομερή αυτοπεποίθηση αφού δεν έχουν πλέον να αποδείξουν τίποτα σε κανέναν και με το πόδι στο γκάζι οι Accept παρουσιάζουν το καλύτερο άλμπουμ που έχουν κατά τη γνώμη μου κυκλοφορήσει με τον Tornillo στα φωνητικά. Καθόλου τυχαίο μάλιστα το γεγονός ότι το «Blind Rage» πήγε με το καλημέρα στο νούμερο 1 των γερμανικών charts. Το συνθετικό του αποτύπωμα είναι τέτοιο που θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει ανάμεσα στο «Balls To The Wall» και το «Metal Heart», ο Andy Sneap κάνει πάλι μαγικά πίσω από την κοσνσόλα και κάπως έτσι το τελικό αποτέλεσμα κάνει το «Blind Rage» το άλμπουμ που καταφέρνει να χωθεί σφήνα ανάμεσα σε εκείνα της χρυσής περιόδου 1981-1985, όταν οι Accept έχτισαν τον μύθο τους. Το «Final Journey» που κλείνει το άλμπουμ είναι για πολλούς ένα σύγχρονο «Fast As A Shark», ενώ τα «Wanna Be Free» και «From The Ashes We Rise» αποτελούν ύμνους που πολύ θα θέλαμε κάποια στιγμή να ακούσουμε ζωντανά.


Metal Heart (1985)

Το πρώτο από τα δύο πιο μελωδικά δείγματα γραφής των Accept και ο δίσκος με τις περισσότερες αναφορές στους Scorpions από οποιονδήποτε άλλο της περιόδου που κυκλοφορούσαν το ένα διαμάντι πίσω από το άλλο. Δύο χρόνια μετά το απόλυτο Accept άλμπουμ, για το οποίο θα διαβάσουμε παρακάτω, η παρέα του UDO αποδεικνύει ότι η φαρέτρα των riffs έχει πολλά βέλη ακόμα. Το ομώνυμο κομμάτι αποτελεί ακόμα ένα από τα 2-3 τραγούδια που πολύ απλά… απαγορεύεται να μην παίξουν, ενώ τα στα όρια του radio friendly χιτάκια όπως τα «Midnight Mover» και «Screaming For a Love Bite» χρειάστηκαν πολύ λίγο χρόνο για να κάμψουν τις αναστολές εκείνων που διέκριναν στο «Metal Heart» κάποιες τάσεις εμπορευματοποίησης.


Balls To The Wall (1983)

Μπορεί μέχρι τώρα η θέση κάποιων άλμπουμ σε αυτήν την αξιολόγηση να κρίθηκε στις λεπτομέρειες, μπορεί κάποιοι να έχουν δικαιολογημένες ενστάσεις, μπορεί το «Restless And Wild» να ήταν το άλμπουμ που έδωσε ταυτότητα στους Accept, αλλά αν υπάρχει κάποιος που πιστεύει ότι η πρώτη θέση ανήκει κάπου αλλού ας έρθει να με βρει στο Gagarin στις 2 Ιουνίου να το συζητήσουμε… Καθοδηγούμενοι από τον έναν και μοναδικό Dieter Dierks που εκείνη την περίοδο είχε συνδέσει το όνομά του με τους Scorpions και τον Rory Gallagher, οι Accept κυκλοφορούν έναν δίσκο που από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ένα αριστούργημα, ένα από τα καλύτερα άλμπουμ στην ιστορία του heavy metal, από εκείνα που όρισαν το είδος και που απαγορεύεται να λείπει από κάθε δισκοθήκη που σέβεται τον εαυτό της. Η έννοια filler είναι άγνωστη εδώ και τα 50 περίπου λεπτά του «Balls To The Wall» κυλούν σαν ένα ποτάμι που εδώ και σαράντα ολόκληρα χρόνια δε λέει να χάσει τη δυναμική του τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά, αφού οι Accept αναφέρονται σε θέματα - ταμπού όπως η ομοφυλοφιλία και η καταπίεση που υφίστανται όσοι ανήκουν σε μειονότητες καλώντας τους απανταχού καταπιεσμένους να αντισταθούν και να βγουν νικητές! Το σήμα της νίκης σε αυτήν την αξιολόγηση ανήκει στο «Balls To The Wall». Τελεία και παύλα!

165 Προβολές1 Σχόλιο