Worst to Best : Budgie

Οι Ουαλοί θρύλοι του classic rock Budgie επανήλθαν πρόσφατα στην επικαιρότητα για τον πλέον τραγικό λόγο. Ο ιθύνων νους τους Burke Shelley (μπάσο/φωνητικά) έφυγε από τη ζωή στις 10 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, στα 71 του χρόνια, ταλαιπωρημένος από διάφορες ασθένειες, ανάμεσα τους και το ανεύρυσμα αορτής. Με το θάνατο του επανήλθε η συζήτηση για την προσφορά του συγκροτήματος του στην ευρύτερη rock σκηνή. Μια τεράστια προσφορά η οποία προσμετράται αφενός με το μέγεθος και την ποιότητα της δισκογραφίας των Budgie, αφετέρου με την επιρροή που ασκήσαν τόσο στο όλο New Wave of British Heavy Metal κίνημα, όσο και σε μεμονωμένα groups που κυμαίνονται από σημαντικά έως τεράστια, σε δημοτικότητα και εμπορικότητα. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Van Halen, Megadeth, Melvins, Queens of the Stone Age, Alice in Chains, Soundgarden και πάνω απ'όλους οι Metallica, οι διασκευές των οποίων στα Crash Course in Brain Surgery και Breadfan έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι των συναυλιών τους αλλά και της εν γένει κληρονομιάς τους.


Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε μία ανασκόπηση της studio δισκογραφίας των Budgie, με μια σειρά δίσκων οι οποίοι άφησαν ανεξίτηλο στίγμα τόσο στο classic rock των early με mid-70s, όσο και στην σμίλευση του νέου Βρετανικού ήχου των αρχών των 80s. Από το λιγότερο καλό (δεν υπάρχει κακό album από τους Budgie) ως το καλύτερο, πάντα με την υποκειμενική ματιά και πάντα με ανοιχτό χώρο για διαφωνίες και εποικοδομητικό debate.


Deliver Us From Evil (1982)

Κατά έναν περίεργο τρόπο το Deliver us from Evil "μυρίζει" έντονα ως τελευταίο album μιας μεγάλης καριέρας, κάτι που τελικά αποδείχτηκε αληθές, έστω και προσωρινά. Χωρίς να είναι κακό album, δείχνει ένα συγκρότημα σχετικά αποπροσανατολισμένο, στην καλύτερη δε έχει διάσπαρτα riffs και refrains που θυμίζουν τα περασμένα μεγαλεία. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως οι Budgie θα συνέχιζαν την επιτυχημένη συνταγή του Power Supply, ωστόσο προτίμησαν να εισχωρήσουν σε πιο AOR μονοπάτια, με πολλούς συναδέλφους τους φυσικά να είναι πολύ πιο πεπειραμμένοι στις εν λόγω φόρμες. Από τον δίσκο ξεχωρίζει το Don't Cry με το έντονο NWOBHM άρωμα του, το ατμοσφαιρικό Flowers in the Attic με το πειραματικό NORAD (Doomsday City) που κόβουν μαεστρικά το album στη μέση, και φυσικά το ιδανικό κλείσιμο με το Hold on to Love, τραγούδι που παραπέμπει στις μεγάλες εμπορικές στιγμές των Blackfoot (λέγε με Send me an Angel).


You're All Living in Cuckooland (2006)

Πρώτο album ύστερα από 24 χρόνια για τους Budgie, σε μια εποχή που καλώς ή κακώς απευθύνονται μονάχα στο φανατικό κοινό τους, έχοντας πολύ δύσκολο έργο στην προσέγγιση νεότερων οπαδών, παρά το πλήθος διασκευών διαφόρων τραγουδιών τους. Ο Burke Shelley θα συνεργαστεί με τον πολυπράγμονα κιθαρίστα Simon Lees, συνθέτοντας έναν δίσκο αρκετά κοντά στον κλασικό ήχο των Budgie, με την εποχή του straight classic rock να έχει παρέλθει για τα καλά. Το You're All Living in Cuckooland έχει σίγουρα κάτι από τον ήχο που αγαπήσαμε στο συγκρότημα, ωστόσο λείπει το αξιομνημόνευτο τραγούδι, εκείνο το hit που θα βάλει φωτιά στα ηχεία και θα μας θυμίσει γιατι αγαπήσαμε τον διοπτροφόρο Burke Shelley και την παρέα του. Ανάμεσα σε μέτρια προς καλά τραγούδια, θα ξεχωρίσει το δυναμικό Falling, με ήχο που παραπέμπει κατευθείαν στο εξαιρετικό EP "If Swallowed, do not induce Vomiting" του 1980.


Nightflight (1981)

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό album της τελευταίας περιόδου των Budgie, το Nightflight αποτελεί τη φυσική συνέχεια ενός hard heavy rock συγκροτήματος, το οποίο επιθυμεί να φιλτράρει σωστά τον ήχο του ώστε να αποκτήσει το πολυπόθητο airplay στα Βρετανικά και όχι μόνο ραδιόφωνα. Ο δίσκος σίγουρα έχει περισσότερα New Wave of British Heavy Metal στοιχεία σε σχέση με το classic rock περασμένων ετών, συνεχίζοντας από την στροφή του προηγούμενου δίσκου για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. Ωστόσο η παραγωγή στις κιθάρες είναι αδύναμη, προσδίδοντας έτσι έναν ξεκάθαρα ραδιοφωνικό ήχο στο album, κάτι που όπως προείπαμε ήταν και το ζητούμενο. Θα ξεχωρίσουν τα I turned to stone, She used me up, το hit του δίσκου Superstar και πάνω απ'όλα το Reaper of the Glory, τραγούδι που αγγίζει κάποια από τα standards της πρότερης χρυσής περιόδου του συγκροτήματος. Σε κάθε περίπτωση, ένα καλό album.


Impeckable (1978)

Το Impeckable αποτελεί σίγουρα τον πλέον μεταβατικό δίσκο των Budgie και θα μπορούσε κανείς πολύ άνετα να πει πως είναι το σημείο ισορροπίας για τη δισκογραφία τους. Στο σύνολο του είναι ένας classic rock 70s δίσκος, ωστόσο το συγκρότημα υιοθετεί πολλά στοιχεία τα οποία αργότερα θα γέμιζαν ολόκληρες δισκογραφίες του NWOBHM, ενώ καθώς μιλάμε και για 1978, πιάνει αρκετό από το power pop πνεύμα της εποχής, το οποίο και διαχειρίζεται με μαεστρία. Δυστυχώς αν εξαιρέσει κανείς το εισαγωγικό Melt the Ice Away (το οποίο διασκεύασαν και οι Megadeth για τα sessions του Dystopia), ίσως και το Pyramids, ο δίσκος δεν έχει κάποιο αξιομνημόνευτο κλασικό Budgie κομμάτι, κάτι που αποδεικνύεται από την ελάχιστη εκπροσώπηση του στο διπλό best of "The Definitive Anthology - An Ecstasy of Fumbling", από το προαναφερθέν opener. Επίσης σε κάθε περίπτωση ένα καλό album, αλλά η υπό διερεύνηση δισκογραφία έχει πολύ καλύτερα δείγματα.


If I Were Brittania I'd Waive the Rules (1976)

Τα πράγμα σοβαρεύουν καθώς περνάμε στην πρώτη επτάδα, καθώς κάθε υπό παρουσίαση δίσκος από εδώ και πέρα, έβαλε το λιθαράκι του στη δημιουργία του μύθου των Budgie και στην καθιέρωση τους ως top act του 70s hard rock. Το If I Were Brittania..., πέρα από το προφανές φλεγματικό εγγλέζικο χιούμορ στα λογοπαίγνια του, είναι ένα από εκείνα τα μικρά διαμαντάκια της εποχής που τα έχει όλα. Τα κιθαριστικά riffs, την καθαρή παραγωγή με την εύκολη ακρόαση και διάκριση των οργάνων, τα "έξυπνα" και καθόλου περιττά solos, ενώ φυσικά ο Shelley μας δίνει άλλη μία εξαιρετική ερμηνεία στα φωνητικά, στο γνωστό "British Geddy Lee" ύφος του. Σαν σύνολο μπορεί να μην είναι εξίσου δυνατό και στα 7 τραγούδια που περιέχει, ωστόσο τα τρία εξ αυτών θεωρούνται κλασικά και δικαίως. Μιλάμε για τα εισαγωγικά "Anne Neggen" και το ομώνυμο (τα λογοπαίγνια που λέγαμε), ενώ φυσικά την παράσταση έκλεβε και θα κλέβει το Black Velvet Stallion.


Squawk (1972)

Δεύτερο album για τους Budgie και μιλάμε για κλασικό όσο δεν πάει hard rock των αρχών της δεκαετίας του 70, με όλα του τα κομφόρ και καλούδια. Το συγκρότημα δείχνει να απομακρύνεται από τον ιδιαίτερα heavy χαρακτήρα του ντεμπούτου του, δίνοντας ένα κάποιο βάρος παραπάνω στο songwriting και στη δημιουργία μελωδιών. Ως αποτέλεσμα έχουμε εξαιρετικά ιντερλούδια όπως τα Rolling Home Again και Make me Happy, αλλά και φοβερά δείγματα classic rock της εποχής, με προεξέχοντα τα Whiskey River, Stranded, το Rocking Man με τις ιδιαίτερες εναλλαγές του και το μπάσο του Shelley σε πρώτο πλάνο, φυσικά δε το καλύτερο τραγούδι του δίσκου Hot as a Docker's Armpit. Στα συν και το καλαίσθητο εξώφυλλο, χαρακτηριστικό της περιόδου εκείνης, από τον Roger Dean, γνωστό για τη συνεργασία του με τους Yes και Asia, μεταξύ άλλων. Πολύ καλό album που αποτέλεσε την κατάλληλη πάσα για αυτό που θα ακολουθούσε στη συνέχεια.


Bandolier (1975)

Θα περίμενε κανείς μετά από δύο παραπάνω από κλασικά albums οι Budgie να έδειχναν σημάδια κόπωσης. Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει επ' ουδενί στο Bandolier του 1975, με το συγκρότημα να προσθέτει άλλον έναν πολύτιμο λίθο στο μύθο του, με έναν δίσκο κάτι παραπάνω από χαρακτηριστικό της ποιότητας του. Με μεγάλη ποικιλία στη διάθεση, στις ταχύτητες και στις ενορχηστρώσεις, το Bandolier αποτελεί δείκτη ενός group που έχει θέσει πολύ γερές βάσεις στην καριέρα του, αφομοιώνοντας τους όποιους πειραματισμούς με περίσσεια σιγουρία και μαεστρία. Για του λόγου το αληθές, το speed-άτο εισαγωγικό Breaking all the House Rules δίνει τη θέση του σε όμορφες mid-tempo συνθέσεις, με το Who do you Want for Love? να είναι ίσως ένα από τα πλέον αδικημένα Budgie τραγούδια, όσον αφορά τη δημοτικότητα. Οι Iron Maiden θα διαιωνίσουν το I can't see my Feelings μερικά χρόνια αργότερα, ενώ φυσικά το Napoleon Bona-Part I & II θα αποτελέσει τον καλύτερο closer σε Budgie δίσκο. Ή μήπως όχι;


Power Supply (1980)

Εδώ είμαστε. Οι Def Leppard και οι Saxon έχουν κυκλοφορήσει τα ντεμπούτα τους, οι Iron Maiden είναι έτοιμοι να κάνουν το μεγάλο μπάσιμο, σε όλη τη Βρετανία ένα σωρό συνοικιακά groups πορεύονται από τα μεγαλεπίβολα ονειρά τους. Και την ίδια στιγμή οι Budgie δείχνουν με τον πλέον εμφατικό τρόπο, το ποιος είναι το αφεντικό της Γηραιάς Αλβιώνας. Παίζουν στα δάχτυλα τους κανόνες του νέου παιχνιδιού, παραδίδοντας "για πλάκα" ένα απίστευτα δυναμικό πακέτο 8 τραγουδιών, το ένα καλύτερο από το άλλο, κάνοντας το μισό και βάλε New Wave of British Heavy Metal να κοκκινίζει από ντροπή. Το υπερβολικό της δήλωσης αυτής αναιρείται άμεσα ύστερα από την ακρόαση ύμνων όπως τα Forearm Smash, Crimes Against the World, το ομώνυμο και το Hellbender. Για όποιον δεν πείστηκε, υπάρχει και το γρήγορο μέρος του Gunslinger, μια ηχητική πανδαισία, ορισμό του power trio, μία από τις κορυφαίες στιγμές των Budgie σε όλη την καριέρα τους.


Budgie (1971)

Ντεμπούτο για τους Ουαλούς Budgie με τον ομώνυμο δίσκο του 1971, album-ορόσημο για το classic rock από ένα συγκρότημα το οποίο ήρθε φανερά για να μείνει, με τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα. Έχοντας αφομοιώσει τους heavy οδηγούς των Blue Cheer και των Black Sabbath, οι Budgie θα παρουσιάσουν ένα σύνολο με κάποια από τα πλέον heavy riffs της εποχής, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα φωνητικά του Burke Shelley, αρκετά ψηλών για την εποχή συχνοτήτων. Ο δίσκος δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το heaviness των πρώιμων Sabbath, ή κάποιων Sir Lord Baltimore, ωστόσο σίγουρα απουσιάζει η σκοτεινή ατμόσφαιρα της παρέας του Iommi, κάνοντας έτσι το "Budgie" πιο προσιτό στο μέσο αυτί. Η εισαγωγή με το Guts είναι ενδεικτική, το The Author αποτελεί εξαιρετικό proto-metal δείγμα, ενώ φυσικά ξεχωριστή θέση στο δίσκο, αλλά και σε ολόκληρη τη δισκογραφία του συγκροτήματος, έχουν τα Nude Disintegrating Parachutist Woman (τι τίτλος!) και φυσικά το κλασικό Homicidal Suicidal, διασκευασμένο αργότερα από τους Soundgarden.


In for the Kill (1974)

Το In for the Kill κερδίζει τον άτυπο τίτλο του πλέον βαρέος album των Budgie, κατόρθωμα που δε θα σήμαινε τίποτα χωρίς την αδιαμφισβήτητη ποιότητα του. Το συγκρότημα θα συνδυάσει τα καλύτερα στοιχεία των τριών προηγούμενων δίσκων του, παραδίδοντας έτσι ένα σύνολο τραγουδιών με τα κιθαριστικά riffs σε ρόλο οδηγού, ενώ ταυτόχρονα δε θα λείψουν και οι μελωδικές στιγμές, όπως στο εξαιρετικό και κατά τα άλλα ιδιαίτερα heavy Zoom Club. Στο ομώνυμο του δίσκου αλλά και στο Running from my Soul, το συγκρότημα τιμάει τις blues επιρροές του, ειδικά στο δεύτερο με ένα από τα καλύτερα hard rock 12μετρα που ακούσαμε ποτέ. Εννοείται όμως, πως το highlight του δίσκου είναι το Crash Course in Brain Surgery, το οποίο μερικά χρόνια αργότερα θα είχε περίοπτη θέση στο Garage Days EP των Metallica, EP που ενέπνευσε πλήθος κόσμου να ασχοληθεί με τον τεράστιο μουσικό πλούτο μιας ολόκληρης, άγνωστης μέχρι τότε γι αυτόν, δεκαετίας.


Never Turn your Back on a Friend (1973)

Το album των Budgie που απλά τα έχει ΟΛΑ. Filler δεν υπάρχει ούτε για δείγμα, η φωνή του Shelley σε απίστευτη φόρμα, ήχος κρυστάλλινος, απόδοση από το group αψεγάδιαστη. Ένας Ray Phillips που έχει αφηνιάσει στα τύμπανα, εξαιρετικά riffs από τον Tony Bourge (οι δυο τους μαζί στους Tredegar, βλέπε : 30+2 διαμάντια του New Wave of British Heavy Metal. Μέρος Δεύτερο (vinylian.gr)), πάνω απ'όλα δε ύμνοι όπως το In the grip of the Tyrefitter's Hand, You're the Greatest Thing Since Powdered Milk, φυσικά το επικών προδιαγραφών Parents, καθώς επίσης και η φοβερή διασκευή στη διασκευή των Them (του Van Morrison) στο Baby Please Don't Go του Delta Bluesman, Big Joe Williams. Πρώτο μεταξύ ίσων χωρίς αμφιβολία το πλέον αναγνωρίσιμο τραγούδι των Budgie, το ιστορικό Breadfan το οποίο κυκλοφόρησαν κάποια χρόνια αργότερα οι Metallica ως b-side στο single του Harvester of Sorrow, δίνοντας την ευκαιρία σε μια ολόκληρη νέα γενιά οπαδών να έρθουν σε επαφή με τη μουσική των Ουαλών θρύλων. Απλά αξεπέραστο.


Μπάμπης Καλογιάννης


Photos : Press, Ian Dickson / Rex / Shutterstock


93 Προβολές0 Σχόλια