Worst to Best : Gary Moore (1978-87)

Έντεκα ολόκληρα χρόνια έχουν κιόλας περάσει από την αποφράδα ημέρα που ο αγαπημένος Gary Moore, ο εραστής της εξάχορδης, έφυγε πολύ νωρίς και άδοξα για το μεγάλο ταξίδι. Στα 59 του χρόνια σ'αυτό τον κόσμο άφησε μία πολύ μεγάλη παρακαταθήκη η οποία τον καθιστά όχι μόνο έναν ως των κορυφαίων Ιρλανδών μουσικών όλων των εποχών, αλλά επίσης ήρωα διαφόρων ειδών, φαινομενικά μη ταιριαστών. Ο Ιρλανδός μάγος πειραματίστηκε με το fusion, το hard rock, ξεκάθαρα το metal, το classic rock, ενώ έκανε μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες και επιτυχημένες μουσικές μεταβάσεις, καταφέρνοντας με το Still got the Blues του 1989 να γίνει μαζί με τους Stevie Ray Vaughan, Johnnie Winter και άλλους, έναν από τους πλέον επιτυχημένους white bluesmen.


Ο δισκογραφικός πλούτος του Gary Moore δεν μπορεί να μπει ολόκληρος στο σχετικά πλαίσιο ενός Worst to Best. Η σύγκριση εντελώς διαφορετικών ηχητικά δίσκων δεν προσφέρει τίποτε ουσιαστικά, παρά την αδιαμφισβήτητη ποιότητα της συντριπτικής πλειοψηφίας αυτών. Στο εν λόγω άρθρο, γίνεται προσπάθεια της συγκέντρωσης του hard rock/metal υλικού, κατά το μεγαλύτερο μέρος της εξαιρετικά πετυχημένης πορείας του κατά τη δεκαετίας του 80, συγκέντρωση και παρουσίαση δηλαδή 7 δίσκων, με τον έναν καλύτερο του άλλου, γεγονός που έκανε την κατάταξη ιδιαίτερα δύσκολη και πάντα με την παράμετρο της προσωπικής γνώμης. Η συνολική δισκογραφία του βρίθει από albums που ξεφεύγουν κατά πολύ των ορίων των δίσκων που παρουσιάζονται εδώ. Albums όπως το Grinding Stone των Gary Moore Band, η δουλειά τους με τους Colosseum II, η συνεργασία με Jack Bruce και Ginger Baker (βλέπε : Worst to Best : Cream (vinylian.gr)), φυσικά το Black Rose των Thin Lizzy, αποτελούν ξεχωριστά αντικείμενα μελέτης κι ως εκ τούτου μένουν εκτός του παρόντος αφιερώματος. Επίτηδες δεν αναφέρθηκε το διαμάντι των G-Force που κυκλοφόρησε το 1980, για το οποίο σίγουρα θα υπάρξει εμπεριστατωμένη περιγραφή στο μέλλον. Πάμε λοιπόν.


Back on the Streets (1978)

Λίγο πριν ενταχτεί (για δεύτερη φορά) στις τάξεις των Thin Lizzy, ο Gary Moore ντεμπουτάρει για λογαριασμό του brand name με το όνομα του. Η συνεργασία με τον Phil Lynott είναι στα πάνω της, ο πολύς Brian Downey συμμετέχει σε τέσσερα τραγούδια, το αποτέλεσμα ωστόσο του Back on the Streets αφήνει τον ακροατή με κάποια ερωτηματικά. Ίσως διότι ακριβώς ακούγοντας το album, γίνεται κατανοητό το ότι και ο ίδιος ο Moore διερωτάται για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει στη solo καριέρα του. Ο δίσκος ουσιαστικά δεν έχει κακή στιγμή, όμως είναι ξεκάθαρη μια ασυνέχεια στο συνολικό άκουσμα, καθώς από το ευθύ hard rock του ομώνυμου και του Fanatical Fascists (σύνθεση του Lynott με μέρος της να χρησιμοποείται στο With Love, έναν χρόνο μετά), περνάμε σε ξέφρενο jazz/fusion και από εκεί πάλι σε μπαλαντοειδή άσματα τύπου Dont Believe A Word (διασκευή φυσικά στο τραγούδι από το Johnny the Fox). Το album αποζημιώνει στο τέλος κλείνοντας με μία από τις καλύτερες μπαλάντες όλων των εποχών, το αγαπημένο Parissiene Walkways, κάνοντας μας να αναρωτιόμαστε που θα είχαν φτάσει οι Thin Lizzy αν κυκλοφορούσε ύπο το όνομα τους. Το νερό στο αυλάκι για τον Gary Moore πάντως είχε μπει για τα καλά.


After the War (1989)

Έχοντας ήδη χτίσει μια λαμπρή καριέρα στο ευρωπαϊκό hard rock, ο Gary Moore κυκλοφορεί έναν δίσκο που χωρίς να εντυπωσιάζει όπως κάποιοι παλαιότεροι του, έχει κάποιες πολύ δυνατές στιγμές και σίγουρα χαρακτηρίζεται από τον αέρα ενός καλλιτέχνη, ήδη καταξιωμένου. Μεγάλη ποικιλία συνθέσεων, από το ποιοτικότατο hard rock του ομώνυμου, μέχρι το blues rock των Livin on Dreams και Led Clones. Καθώς επίσης από το straight metal των Speak for Yourself και Running from the Storm, μέχρι το αντάξιο (όχι ισάξιο) ενός Black Rose, το εξαίρετο Blood of Emeralds. Ο δίσκος έχει εμπορική προσέγγιση, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει κάτι αρνητικό για την ποιότητα του. Στο προαναφερθέν Led Clones, του οποίου τα φωνητικά έχει αναλάβει ο Ozzy Osbourne, γίνεται ευθεία επίσης στους πολλούς κλώνους των Led Zeppelin που είχαν παρουσιαστεί εκείνη την περίοδο, κοινό μυστικό δε είναι πως η σπόντα ήταν για τους Γερμανούς Kingdom Come και την τότε επιτυχία τους. Το δίσκο "κόβει" στη μέση μια εξαιρετική διασκευή στο The Messiah Will Come Again, ενός από τους μεγαλύτερους ήρωες του Moore και σημαντική επιρροή του για την blues συνέχεια, του Roy Buchanan.


Dirty Fingers (1983)

Πάρα πολύ καλός δίσκος που ηχογραφήθηκε το 1980 και έμεινε στο ράφι λόγω της κυκλοφορίας του G-Force. Για άλλη μια φορά ο Gary Moore περιστοιχίζεται από την αφρόκρεμα του χώρου με Jimmy Bain στο μπάσο, Tommy Aldridge στα τύμπανα και τον πολύ Charlie Huhn στα φωνητικά. ο Huhn με πλήθος συνεργασιών ήταν μέλος της μπάντας του Ted Nugent για σημαντικό διάστημα και μετά την μεγάλη επιτυχία του Cat Scratch Fever του τελευταίου. Ανεβασμένες ταχύτητες και φοβερή κιθαριστική δουλειά από τον Moore, σε έναν δίσκο στον οποίο δύσκολα θα βρεθεί filler και που χαρακτηρίζεται από μια πιο metal προσέγγιση του Moore, όσον αφορά τουλάχιστον την riff-ολογία. Hiroshima και τα πράγματα παίρνουν φωτιά από την αρχή, η καθιερωμένη διασκευή με την πολύ καλή απόδοση του Don't Let me Be Misunderstood, ένα Lonely Nights να κερδίζει θέση στα πλέον αδικημενα τραγούδια του καλλιτέχνη, ενώ το highlight του δίσκου είναι μάλλον το Nuclear Attack, τραγούδι με ιδιαίτερο ραδιοφωνικό air-play για την εποχή, ακόμα και στη χώρα μας. Το Dirty Fingers δυστυχώς μνημονεύεται σπάνια, ακόμα και από πολλούς fans του καλλιτέχνη, με το background γύρω από την κυκλοφορία του να στέκεται ως η μόνη δικαιολογία.


Corridors of Power (1982)

Με σαφέστατη βελτίωση και ξεκάθαρο προσανατολισμό, σε σχέση με το ντεμπούτο του, ο Gary Moore επιστρατεύει μια πλειάδα γνωστών μουσικών, όπως ο Ian Paice και ο μπασίστας Neil Murray, κυκλοφορώντας έτσι τον πρώτο πραγματικά μεγάλο δίσκο της προσωπικής του καριέρας. Εδώ η εναλλαγή ρυθμών και διάθεσης, με απουσία πάντως των jazz και fusion στοιχείων, λειτουργεί πολύ καλύτερα, συνεπικουρούμενη κι από το γεγονός ότι οι συνθέσεις χαρακτηρίζονται σε σημαντικό βαθμό από την στόφα του κλασικού. Οκτώ συνθέσεις του Moore μαζί με μια διασκευή στο Wishing Well των Free συνθέτουν ένα πολύ δυναμικό πακέτο, που σίγουρα προσδίδουν πιο προσωπικό ήχο στο brand του καλλιτέχνη, σε σχέση με προηγούμενες προσπάθειες του. Κεραυνός κανονικός το Rockin Every Night, πανέμορφα τα Falling in love with you και Always gonna love you (με εμφανή τη στιχουργική διάθεση), ωστόσο τα highlights του δίσκου παραμένουν μέχρι σήμερα, γνωστά από τότε. End of the World με τη συμβολή του Jack Bruce στα φωνητικά και το ξέφρενο solo του Moore στην αρχή, πάνω απ'όλα δε Don't Take Me for a Loser, τραγούδι υπογραφή του Gary Moore, τουλάχιστον για την υπό μελέτη δεκαετία του 80.


Victims of the Future (1983)

Ο ίδιος ο Gary Moore, χρόνια αργότερα από την κυκλοφορία του, το αποκήρυξε θεωρώντας το αδύναμο. Οι αντιδράσεις των οπαδών του μέχρι και σήμερα τον διαψεύδουν. Το Victims of the Future είναι δικαιότατα ένας αγαπημένος από πολύ κόσμο δίσκος και σε κάθε περίπτωση, αποτελεί ένα ποιοτικότατο hard rock album. Χαρακτηρίζεται από τον ενθουσιασμό ενός καλλιτέχνη που βρίσκεται ελεύθερος να επιχειρήσει σε ένα μουσικό πεδίο που ξεκάθαρα θέλει, από την άλλη δε έχει ξεκάθαρα το touch ενός ανθρώπου που είχε τον τρόπο να γράφει μουσική που κέρδιζε το στοίχημα του χρόνου. Το Empty Rooms (στην πρώτη του εκδοχή) είναι μια αιώνια επιτυχία του Gary Moore, συναισθηματικό όσο λίγα τραγούδια των 80s, τα δε Victims of the Future και Murder in the Skies, αποτελούν τη hard rock συνεισφορά του καλλιτέχνη στον (όποιο) πολιτικό-κοινωνικό προβληματισμό της εποχής. Ακόμα και το πιο "αθώο" Teenage Idol (καμία σχέση με το αντίστοιχο των Blackfoot) έχει ένα ιδιαίτερο feeling, περασμένο πάντα μέσα από την κιθαριστική ομοβροντία του Moore. Σημαντικό δε το γεγονός ότι ο Gary Moore συνεργάζεται για πρώτη φορά με τους Neil Carter και Bob Daisley, συνοδοιπόρους τους για αρκετά χρόνια έκτοτε. To εν λόγω album ίσως μάλιστα θα μπορούσε να αλλάξει θέση με το ...


Run for Cover (1985)

Ο Gary Moore βρίσκεται σε πολύ μεγάλα κέφια, κυκλοφορώντας έναν πολύ καλό δίσκο που κόβει τη δεκαετία και την hard rock δισκογραφία του ακριβώς στη μέση. Κι αυτό διότι ακριβώς έχει τον αέρα και της πρότερης μεταλλικής προσέγγισης του Moore όσον αφορά στην κιθάρα, αφετέρου τον πιο εμπορικό ήχο των Wild Frontier και After the War. Όσον αφορά τη μουσική καθεαυτή, ο Gary Moore δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης, προσφέροντας με ιδιαίτερη ευκολία ορισμένες από τις καλύτερες συνθέσεις της καριέρας του. Εξαιρετικό το μπάσιμο με τον ομώνυμο ύμνο, πολύ καλή η hard rock συνθετική προσέγγιση των Reach for the Sky, Once in a Lifetime και All Messed Up, ακόμα και η επανηχογράφηση του Empty Rooms βρίσκει το δικό της κοινό, όσο δύσκολο κι αν είναι να ξεπεραστεί η εκτέλεση του Victims of the Future. Στα highlights του δίσκου φυσικά, συναντάμε τον μεγάλο Phil Lynott σε μία από τις τελευταίες συγκλονιστικές παραστάσεις της ζωής του, να χαρίζει την αισθαντική φωνή του στα στρατιωτικά εμβατήρια Military Man και Out in the Fields, με το τελευταίο να γίνεται (καθόλου άδικα) ένα instant classic και αγαπημένο των απανταχού fans του εκλιπόντος.


Wild Frontier (1987)

Το Wild Frontier αποτελεί τη θρυλική εκείνη στιγμή όπου όλα τα στοιχεία της πολυσχιδούς μουσικής προσωπικότητας του Gary Moore συνδυάστηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όπως ποτέ ξανά, τουλάχιστον σε κάποια από τις rock προσεγγίσεις του. Πρόκειται για ένα album αψεγάδιαστο, με πεντακάθαρη και ογκώδη παραγωγή που αναδεικνύει στο έπακρο μέχρι και την τελευταία νότα. Ο άνθρωπος πίσω από τον ήχο του album είναι (κατά κύριο λόγο) ο Peter Collins, υπεύθυνος για την ηχητική στροφή των Rush στα Power Windows και Hold your Fire, στροφή που ξένισε τους οπαδούς τους, ωστόσο στο Wild Frontier του Moore η εν λόγω προσέγγιση είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή. Ο Gary Moore παίζει στα δάχτυλα (pun intended) κάθε είδος με το οποίο καταπιάνεται, δίνοντας μας τουλάχιστον 5 ή 6 κλασικά τραγούδια, σε ένα δίσκο που έχει συνολικά 8. Ο δίσκος είναι αφιερωμένος στον πρόσφατα αποθανόντα Phil Lynott, η απώλεια του οποίου σε συνδυασμό με την πρόσφατη (τότε) επίσκεψη του Gary Moore στην πατρίδα του το Belfast, έχει άμεση επιρροή στο ηχητικό αποτέλεσμα του δίσκου και στην όλη Κέλτικη ατμόσφαιρα. Ένα αθάνατο Over the Hills and Far Away να παραπέμπει στις θρυλικές μέρες του Black Rose των Thin Lizzy, το The Loner να κερδίζει άνετα μια θέση στα καλύτερα ορχηστρικά blues τραγούδια, το ομώνυμο στιβαρό Wild Frontier να δικαιολογεί την ονοματολογία του δίσκου και φυσικά, το ανεπανάληπτο Thunder Rising να περικλείει όλη την ενέργεια και το συναίσθημα του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, μέσα από μια αλληλουχία κιθαριστικής ομοβροντίας, σπαρακτικών φωνητικών και ενός ανεπανάληπτου μεσαίου μέρους. Η σύνθεση του εν λόγω δίσκου, με τη συμπλήρωση του Eric Singer για την επικείμενη περιοδεία (λίγο πριν δημιουργήσει τους Badlands με τους Jake E. Lee και Ray Gillen) ήταν η καλύτερη ίσως σύνθεση της προσωπικής μπάντας του Gary Moore, κάτι που επιβεβαιώνει και το θρυλικό live της Στοκχόλμης, όπως ξέρουν οι τυχεροί κάτοχοι του εν λόγω VHS. Κειμήλιο.


Μπάμπης Καλογιάννης

138 Προβολές0 Σχόλια