Worst to best : Paradise Lost

Οι 16 πύλες του Παραδείσου. Μια αναδρομή στη δισκογραφία των Βρετανών με αφορμή τη συναυλία της 17ης Απριλίου στο Fuzz


Τριάντα δύο χρόνια μετά την εμφάνισή τους στη δισκογραφία, οι Paradise Lost επιστρέφουν στην Ελλάδα για να δώσουν την… 32η συναυλία τους στη χώρα μας. Στις 17 Απριλίου με… 16 albums στην πλάτη. Οι Βρετανοί που έγιναν συνώνυμο του gothic metal συνεχίζουν απτόητοι μια διαδρομή γεμάτη με άλμπουμ-ορόσημα, πειραματισμούς και σκαμπανευάσματα, αλλά που στο τέλος της αυτό που μένει είναι η αξία ενός συγκροτήματος που δεν διστάζει να εκπλήσσει και να αλλάζει πορεία ακόμα και όταν βρίσκεται στον κολοφώνα της δόξας του. Στις 17 Απριλίου λοιπόν η παρέα από το Χάλιφαξ θα ανέβει ξανά στη σκηνή του Fuzz Club στο πλαίσιο της περιοδείας «Obsidian Moon Tour» δίνοντάς μας την αφορμή για μια αναδρομή στη δισκογραφία τους, αξιολογώντας τα άλμπουμ τους από το λιγότερο καλό προς το καλύτερο.


Host (1999)

Το έβδομο άλμπουμ των Βρετανών δεν βρίσκεται σε αυτήν τη θέση επειδή είναι κακό στο είδος του αλλά απλούστατα επειδή δεν θα έπρεπε να βγει ποτέ με το όνομα Paradise Lost. Οσο κι αν είχαν δείξει με το «One Second» που προηγήθηκε μια τάση να πειραματιστούν βάζοντας νέα στοιχεία στη μουσική τους, ουδείς περίμενε ότι οι Paradise Lost θα έφταναν στο σημείο να βγάλουν έναν new wave/pop δίσκο όπου το metal στοιχείο έχει εξαφανιστεί και που ακόμα και οι πιο δεκτικοί και προοδευτικοί οπαδοί τους θα κοίταζαν ξανά και ξανά για να δουν μήπως κάποιος στη δισκογραφική έβαλε λάθος βινύλιο μέσα στη θήκη. Παρόλα αυτά το εναρκτήριο «So much is lost» βρίσκει ακόμα μια θέση στα setlist των συναυλιών τους…


Believe in Nothing (2001)

Η φιλότιμη προσπάθεια των Paradise Lost να επαναφέρουν τις κιθάρες που ψάχναμε με… το ακουόγραμμα στο «Host» πέφτει θύμα της άθλιας παραγωγής του δίσκου και παγώνει τα όποια χαμόγελα πήγαν να σχηματιστούν στα χείλη των οπαδών τους που είδαν συνθέσεις όπως το εναρκτήριο «I Am Nothing», το «Fader», το «Illumination» και κυρίως το «Mouth» με το κολλητικό ρεφρέν να χάνονται… στη μετάφραση. Αυτός ίσως να είναι και ο λόγος που ο ιθύνων νους του συγκροτήματος Greg Mackintosh έσπευσε να αποκηρύξει το άλμπουμ που έβαλε τέλος στο σύντομο πέρασμα της μπάντας από την EMI.


Faith Divides Us, Death Unites Us (2009)

Ομολογώ πως όταν είχα ακούσει για πρώτη φορά το 12ο άλμπουμ των Lost είχα ενθουσιαστεί, παρασυρμένος ίσως από τη σαγηνευτική μελαγχολία που απέπνεε το ομώνυμο κομμάτι (ίσως το καλύτερο ομώνυμο κομμάτι που έγραψαν ποτέ) και από τον καλπάζοντα ρυθμό του «The Rise of Denial». Στο τελικό ταμείο όμως συνειδητοποιώ ότι το «Faith Divides Us…» είναι από τους δίσκους των Paradise Lost που έμειναν για πολύ λίγο καιρό στο cd player μου και όποτε το επαναφέρω, όπως τώρα για τις ανάγκες αυτού του ranking, πατούσα πιο συχνά το skip παρά το repeat.


Paradise Lost (2005)

Όταν ένα συγκρότημα που έχει στην πλάτη του ήδη εννιά δίσκους αποφασίζει στο δέκατο να δώσει το όνομά του, αυτό συνήθως υποδηλώνει κάποιου είδους… επανεκκίνηση. Μόνο που για τους Paradise Lost το ομώνυμο άλμπουμ δεν αποδείχτηκε ακριβώς το 10 το καλό που περιμέναμε. Κι ας πρόκειται για σαφώς ό,τι πιο Paradise Lost είχαμε ακούσει από το «One Second» και μετά. Τραγούδια σαν τα «I don’t Belong», «Forever After» και «All You Leave Behind» ξεχωρίζουν μέσα στη γενικότερη μετριότητα του δίσκου και δείχνουν ότι είναι θέμα χρόνου για να ξαναβρεί η μπάντα τη φόρμα της. Κάτι που θα γινόταν δύο χρόνια αργότερα…


Lost Paradise (1990)

Εντάξει, πέστε να με φάτε, ρίξτε φωτιά να με κάψετε αλλά η ουσία είναι ότι το «Lost Paradise» δεν μπορεί να είναι ψηλότερα διότι δεν ξεφεύγει από τον κανόνα που θέλει ένα ντεμπούτο, όσο σημαντικό κι αν είναι, να υπολείπεται δίσκων που ακολούθησαν και διαμόρφωσαν ένα ολόκληρο ιδίωμα. Η παρέα από το Δυτικό Γιορκσάιρ συστήνεται στο κοινό ως ένα συγκρότημα που αξιοποιεί τις επιρροές κυρίως από Napalm Death και Obituary παίζοντας αγνό death metal που ξεχώριζε όμως από πολλά παρόμοια συγκροτήματα που είχαν βρει τότε στέγη στη φιλόξενη Peaceville Records λόγω του πιο ατμοσφαιρικού χαρακτήρα του. Και μπορεί την περίοδο εκείνη να μιλούσαμε για ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο, όμως τριάντα χρόνια μετά το «Lost Paradise» μνημονεύεται περισσότερο ως το άλμπουμ που έβαλε το συγκρότημα στον χάρτη και λιγότερο ως κάτι αντιπροσωπευτικό του τι εστί Paradise Lost.


Symbol of Life (2003)

Αναμφίβολα το καλύτερο (για άλλους το περισσότερο… Sisters of Mercy) από τα τρία άλμπουμ της gothic/electronic περιόδου των Paradise Lost. Η καθαρή παραγωγή που τόσο έλειψε από τον προκάτοχό του, τα κιθαριστικά ριφς και οι έντονες αναφορές στην Draconian Times εποχή είναι τα στοιχεία εκείνα που αποδεικνύουν περίτρανα ότι οι πειραματισμοί είναι καλοί όταν γίνονται σωστά. Παράλληλα, ο πολλάκις εκπεφρασμένος σεβασμός στους Depeche Mode εκδηλώνεται με τραγούδια σαν το Mystify που πολύ θα θέλαμε να ακούσουμε στις 17 Απριλίου, αλλά μάλλον θα μείνουμε με το παράπονο…


The Plague Within (2015)

Ενδεχομένως ό,τι πιο σκοτεινό και ακραίο έχουν παρουσιάσει οι Paradise Lost από τότε που έκλεισαν οριστικά την πόρτα των πειραματισμών με ήχους που ξένιζαν τους οπαδούς τους επιστρέφοντας στον ήχο που τους έκανε αυτό που είναι. Ο καθαρός Nick Holmes εναλλάσσεται με τον «Old Nick» -που εδώ και μερικά χρόνια αποτελεί μέλος του σουηδικού death metal supergroup Bloodbath αντικαθιστώντας τον Mikael Akerfeldt- και το αποτέλεσμα είναι ένα αργό και βασανιστικό (με την καλή έννοια) άλμπουμ που παραπέμπει τόσο σε ύφος όσο και σε γενικότερη αισθητική στις αρχές των 90’s.


Obsidian (2020)

Όταν ένα συγκρότημα μετράει τριάντα χρόνια συνεχούς και αδιάλειπτης παρουσίας στη δισκογραφία και στη σκηνή το βασικό ζητούμενο σε κάθε νέα δουλειά είναι η συνέπεια. Και το «Obsidian» είναι αν μη τι άλλο μια συνεπής και τίμια δουλειά. Οι Paradise Lost δεν ανακαλύπτουν την Αμερική, κάνουν αυτό που ξέρουν καλά και παρουσιάζουν ένα άλμπουμ - περίληψη μιας καριέρας καθώς τα doom/death μονοπάτια στο ξεκίνημα οδηγούν σε gothic ξεσπάσματα, τα οποία αποτελούν και το κυρίαρχο στοιχείο του δίσκου προεξάρχοντος του εξαιρετικού «Ghosts» το οποίο τείνει να γίνει κλασικό.


Tragic Idol (2012)

Αν υπάρχει ένα άλμπουμ των Paradise Lost που θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει μετά το «Draconian Times» αυτό δεν είναι άλλο από το «Tragic Idol», το οποίο μάλιστα βγήκε μετά την περιοδεία «Draconian Times MMXI» που είχε κάνει στάση και στην Ελλάδα για τρεις συναυλίες. Η αύρα του πιο επιτυχημένου εμπορικά δίσκου των Βρετανών προφανώς επηρέασε τη διαδικασία της σύνθεσης των τραγουδιών, τόσο που θαρρείς ότι κάποια από αυτά θα μπορούσαν να είναι συνθέσεις που δεν χώρεσαν τότε και περίμεναν 17 ολόκληρα χρόνια να βγουν από το συρτάρι, με πιο χαρακτηριστικά τα «Fear of Impending Hell» και «Honesty in Death».


In Requiem (2007)

Η επιστροφή που περίμεναν καιρό οι οπαδοί των Paradise Lost και δεν ήρθε δυο χρόνια νωρίτερα με το ομώνυμο άλμπουμ τους είναι εδώ φέρνοντας μαζί το στοιχείο που χαρακτήριζε τους Paradise Lost και είχε λείψει για χρόνια. Τον όγκο! Το «In Requiem» ενσωματώνει τη σκοτεινή και κυκλοθυμική ατμόσφαιρα του «Shades of God» και του «Icon», παντρεύοντάς την αρμονικά με όλα εκείνα τα μελωδικά στοιχεία με τα οποία οι Paradise Lost δημιούργησαν τη δική τους σχολή στο gothic/doom. Βέβαια όσοι περίμεναν ότι θα άκουγαν ξανά τον Nick Holmes να γρυλίζει θα έπρεπε να περιμένουν κι άλλο, ωστόσο δεν είχαν κανένα πρόβλημα να… συμβιβαστούν με κομματάρες όπως τα «The Enemy», «Praise Lamented Shade», «In Requiem» και «Sedative God».


Gothic (1991)

Καλό και άγιο το old school death metal αλλά πολύ «μικρό» για να χωρέσει τις ιδέες που είχαν στο μυαλό τους ο Greg Mackintosh και ο Nick Holmes. Προς γενική έκπληξη, το συγκρότημα δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πλήκτρα και δεν διστάζει να προσθέσει και γυναικεία φωνητικά δημιουργώντας έτσι κάτι ξεχωριστό. Ένα είδος που πάντρευε την ωμότητα του death με τη μαυρίλα του doom metal, όπου τα brutal φωνητικά του Holmes ανακατεύονται με γυναικείους θρήνους και μελαγχολικές κιθάρες. Ενα είδος που υπηρέτησαν με συνέπεια για δεκαετίες. Όσο κι αν έχει εξελιχθεί το ιδίωμα από τότε, το «Gothic» θα είναι εις τους αιώνας των αιώνων ένα ορόσημο που δεν μπορεί να λείπει από καμία doom/death δισκοθήκη που σέβεται τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει για τον διάδοχό του, για τον οποίο θα μιλήσουμε λίγο πιο μετά…


Medusa (2017)

Μετρώντας ήδη 15 άλμπουμ στην πλάτη οι Paradise Lost μπορούν να καυχιούνται ότι είναι από τα ελάχιστα συγκροτήματα που πέτυχαν να επιστρέψουν με ειλικρίνεια στις ρίζες τους αλλά ταυτόχρονα να ακούγονται τόσο επίκαιροι. Αργόσυρτο, μελαγχολικό και βαρύ, το μεγαλύτερο μέρος του «Medusa» κινείται σε παραδοσιακά doom/death μονοπάτια, με τα ακραία φωνητικά του Holmes να κυριαρχούν έναντι των σαφώς πιο περιορισμένων -σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο από τα τελευταία τους albums- καθαρών ερμηνειών. Αυτός είναι και ο λόγος που ο ήχος του είναι πιο κοντά στο «Gothic» και το «Shades Of God» παρά στο «Icon», καταδεικνύοντας τη διάθεση των Paradise Lost για επιστροφή στις ρίζες τους. Συνθέσεις όπως το «The Longest Winter», το «Blood & Chaos» και το «No Passage For The Dead» προκάλεσαν ρίγη σε όσους περίμεναν κάτι ακόμα πιο σκοτεινό και επιβλητικό από το «The Plague Within».


Shades of God (1992)

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι το «Shades of God» είναι για τους Paradise Lost ό,τι το «Seasons in the Abyss» για τους Slayer. Φαντασία και πειραματισμοί συνυπάρχουν αρμονικά σε αυτό το άλμπουμ που τα περισσότερα μέλη της μπάντας σε συνεντεύξεις τους έχουν χαρακτηρίσει ως το πιο αντιπροσωπευτικό, ενώ για πρώτη φορά διακρίνουμε και την πρόθεση του Holmes να επιστρατεύσει πιο καθαρά φωνητικά για να μας βάλει στο πένθιμο κλίμα που χαρακτηρίζει τη μουσική τους. Το «Shades of God» κυκλοφόρησε μες στο κατακαλόκαιρο, τον Ιούλιο του 1992 και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου όσοι βρεθήκαμε στο Ρόδον γίναμε μάρτυρες της μετάβασης του συγκροτήματος σε μια νέα εποχή…


One Second (1997)

Η πιο τρανή απόδειξη ότι ακόμα και οι αμφιλεγόμενες περίοδοι ενός συγκροτήματος έχουν το διαμαντάκι τους. Οι Paradise Lost κλήθηκαν να διαχειριστούν την εμπορική επιτυχία του «Draconian Times» κι επέλεξαν να μην κάνουν ό,τι και τα περισσότερα συγκροτήματα, να κυκλοφορήσουν δηλαδή ένα δεύτερο Draconian. Επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη τόλμη και αυτοπεποίθηση έφεραν τα synths από δεύτερο σε πρώτο πλάνο περιορίζοντας σημαντικά τις κιθάρες. Η στροφή αυτή, την οποία οι ίδιοι απέδωσαν στην ανάγκη τους να παίξουν κάτι διαφορετικό από εκείνο που έπαιζαν στις τελευταίες εξαντλητικές περιοδείες τους, δίχασε εκείνη την εποχή αλλά τώρα κοιτάζοντας πίσω, νομίζω ότι αυτό το άλμπουμ έχει δικαιωματικά κερδίσει τη θέση του στην ιστορία ως ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα gothic rock. Η ζωντανές εκτελέσεις του ομώνυμου αλλά και του Say Just Words και η ανταπόκριση του κοινού είναι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι στις συναυλίες τους και τυγχάνουν εξίσου ή και μεγαλύτερης υποδοχής από κομμάτια όπως το «As I Die» ή το «The Last Time».


Icon (1993)

Τα τσακάλια της Music For Nations, μιας δισκογραφικής εταιρείας με παράδοση στο… σκάουτινγκ, είδαν στα πρόσωπα των Βρετανών το συγκρότημα που θα μπορούσε να γίνει οι Metallica της Ευρώπης φέρνοντας στην εταιρεία και τα ανάλογα έσοδα. Οι Paradise Lost βέβαια δεν έγιναν ποτέ το συγκρότημα που θα έκανε εκατομμύρια πωλήσεις και θα γέμιζε μεγάλες αρένες, όμως δεν ήταν αυτό το ζητούμενο για τον Mackintosh, ο οποίος με τις ιδέες του μετέτρεψε τις lead κιθάρες των Lost στο χαλί πάνω στο οποίο θα πατούσαν τα καθαρά φωνητικά του Holmes δημιουργώντας το άλμπουμ - εικόνισμα για ένα ολόκληρο είδος. Songwriting και ερμηνείες για σεμινάριο και το ερώτημα με την ολοκλήρωση της ακρόασης δεν ήταν αν θα καταφέρουν ποτέ να βγάλουν έναν δίσκο που θα μπορεί να κοιτάξει το Icon στα μάτια. Η απάντηση θα ερχόταν δύο χρόνια αργότερα και θα ήταν αποστομωτική!


Draconian Times (1995)

«Η ανατριχίλα είναι μια αντίδραση που συνδέεται με τη συναισθηματική κατάσταση του ατόμου και μπορεί να προκαλείται από δυνατές σκηνές ταινιών ή μουσική. Ειδικότερα, στην περίπτωση της μουσικής, θεωρείται πως η ανατριχίλα ενδεχομένως να έχει να κάνει με την ίδια τη δομή και φύση της μουσικής, που σε κάποιες περιπτώσεις έχει την τάση να δημιουργεί την αίσθηση της προσμονής στον εγκέφαλο: Όσο εμείς ακούμε ένα τραγούδι που μας προκαλεί συγκίνηση, ο εγκέφαλός μας στην πραγματικότητα εργάζεται σκληρά για να μπορέσει να προβλέψει τον επόμενο στίχο ή σημείο της μουσικής, οπότε και στο νευρικό μας σύστημα δημιουργείται ένταση. Γενικά επίσης, θεωρείται ότι η λυπηρή μουσική είναι πιο αποτελεσματική από αυτή την άποψη, καθώς μπορεί να δημιουργεί «ανατριχιαστικά» συναισθήματα κοινωνικής απώλειας». Από το πρώτο άγγιγμα των πλήκτρων του πιάνου στο «Enchantment» μέχρι την τελευταία συγχορδία του «Jaded» το «Draconian Times» θα μπορούσε να είναι το soundtrack ενός ντοκιμαντέρ που εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ανατριχιάζουμε. Επί της ουσίας, είναι το magnum opus των Paradise Lost που όσο κι αν προσπάθησαν δεν κατάφεραν ποτέ όχι να ξεπεράσουν αλλά ούτε καν να φτάσουν και για το οποίο μας είχαν προετοιμάσει με τα προηγούμενα άλμπουμ τους. Ένας δίσκος ορόσημο για το gothic metal με απλές και πιασάρικες μελωδίες, και ρεφρέν που κολλάνε στο μυαλό σου σαν βδέλλα και ένας Holmes στα καλύτερά του. «Αν θέλετε να εξηγήσετε σε κάποιον που δεν έχει ιδέα τι παίζουν οι Paradise Lost πείτε του να φανταστεί μια αρρωστημένη συνάντηση των Black Sabbath με τους Sisters of Mercy». Ακόμα και μέσα στην υπερβολή της αυτή η περιγραφή έδινε το στίγμα μιας μπάντας που δεν ήθελε να ακούγεται σαν καμία άλλη…


Γιάννης Πούλλος

127 Προβολές0 Σχόλια