Worst to Best : Saxon

Είναι μια κατηγορία άρθρων η οποία ξεφεύγει από τη στενή έννοια της κριτικής - παρουσίασης - ιστορικής αναφοράς, ανάγεται δε περισσότερο σε προσωπική μαρτυρία. Η σχέση των Saxon με τους οπαδούς τους είναι μοναδική, καθώς ο hardcore πυρήνας αυτών τους ακολουθεί με ευλάβεια, αναμένοντας το κάθε πόνημα τους με πρωτόγνωρο ενθουσιασμό. Πρόκειται για ένα group το οποίο υψώνει τη σημαία του NWOBHM για πάνω από 40 χρόνια και φέτος, με το εκπληκτικό Carpe Diem, προσφέρουν αυτό που μπορούν να προσφέρουν καλύτερα από τον καθένα. Το καυτό βρετανικό μέταλλο τους, πέρα από τους πειραματισμούς και τις επικές prog διαθέσεις των έτερων γιγάντων του είδους Iron Maiden (καθόλου κατακριτέα η κατεύθυνση αλλά σε κάθε περίπτωση ξεκάθαρη). Η συναυλιακή εμπειρία που προσφέρουν είναι ανεπανάληπτη και στη χώρα μας το ξέρουμε πολύ καλά αυτό καθώς είμαστε πάντα εκεί, στο ραντεβού που μας δίνουν κατά τις περιοδείες τους. Πάμε λοιπόν να ρίξουμε μια όσο πιο γίνεται αντικειμενική ματιά στη δισκογραφία τους, με τα ups and downs να διαφέρουν φυσικά στον καθένα, καθώς σε μια λίστα από 23 albums (μαζί με το φετινό Carpe Diem), η κατάταξη δε γίνεται να είναι ίδια για τον κάθε ακροατή. Πολλώ μάλλον όταν το λεγόμενο "πολύ κακό" album δεν υπάρχει στο back catalog τους. Πάμε λοιπόν να βάλουμε σε μια σειρά την πλουσιότατη δισκογραφία των αγαπημένων Βρετανών.


Rock The Nations 1986

Οι Saxon προσπαθούν να κάνουν την απόπειρα προσέγγισης της Αμερικανικής αγοράς. Σε αντίθεση με Judas Priest και κυρίως τους Def Leppard, το αποτέλεσμα δεν τους δικαιώνει ούτε καλλιτεχνικά ούτε εμπορικά. Το Rock the Nations του 1986 είναι ένα ευάκουστο μεν, αδύναμο δε album, πολύ περισσότερο αν συνυπολογίσουμε τη συνολική New Wave of British Heavy Metal κληρονομιά που σμιλεύτηκε τα προηγούμενα χρόνια. Η ελαφριά glam προσέγγιση, ο καλογυαλισμένος ήχος (που αδικεί κάποιους ύμνους όπως το Battle Cry), ένας δίσκος που απευθύνεται στους πολύ φανατικούς των Saxon με τους υπόλοιπους απλά να προσπερνάνε. Το πείραμα δεν βγήκε στη μπάντα, η οποία θα περίμενε τουλάχιστον 3-4 χρόνια ακόμα ώστε να κάνει τις κινήσεις και τη στροφή που της έδωσαν μία δεύτερη ευκαιρία στο μουσικό στερέωμα.


Destiny 1988

Πολύ καλύτερο από το Rock the Nations αλλά με τον ίδιο καλογυαλισμένο ήχο, που μπορεί να ταίριαζε σε groups όπως οι Harem Scarem και οι Autograph αλλά εδώ μιλάμε για τους Saxon. Το Destiny αποτέλεσε ουσιαστικά την τελευταία προσπάθεια εμπορευματοποίησης του ήχου του group. Το υπεραγαπημένο Ride like the Wind του Christopher Cross θα διασκευαστεί με έναν τρόπο που θα το κάνει εξίσου αναγνωρίσιμο με το αυθεντικό, ενώ τα καταιγιστικά Jericho Siren και For whom the bell Tolls θα ξεχωρίσουν ανάμεσα στο υπόλοιπο εύπεπτο υλικό, δείχνοντας ότι η τέχνη δεν ξεχνιέται, κάτι που θα φανεί περίτρανα τα επόμενα χρόνια της μεγάλης επιστροφής. Ο Biff Byford ποτέ δεν ήταν Joe Elliot, το κατάλαβε σχετικά γρήγορα και έκτοτε τα πράγματα πήραν τον (ορθό) δρόμο τους.


Battering Ram 2015

Η ορμή που είχε πάρει το group την τελευταία εικοασετία και διατήρησε μια χαρακτηριστική ευκολία, τους βρίσκει εν έτει 2015 σε ένα αμφιλεγόμενο πόνημα. Από τη μία έχουμε τα κλασικά στακάτα heavy riffs, σήμα κατατεθέν των Saxon, από την άλλη όμως το Battering Ram δύσκολα θα αποφύγει τη σκόνη στο ράφι, καθώς με εξαίρεση ίσως το Top of the World και το Kingdom of the Cross που κλείνει το album, τα υπόλοιπα τραγούδια δε δείχνουν να συγκινούν ιδιαίτερα τον ακροατή, σε σχέση με αντίστοιχους ύμνους του παρελθόντος. Ίσως αυτή η άποψη να έχει αυστηρά προσωπική χροιά, ωστόσο σε έναν βαθμό αντικειμενικό, η σύγκριση με albums όπως τα Sacrifice και Thunderbolt είναι αμείλικτη. Η περίοδος σημαδεύτηκε κι από τα οικογενειακά προβλήματα του Nibbs Carter τα οποία ευτυχώς δείχνουν να επιλύονται.


Into the Labyrinth 2009

Συμπαθητικό album, κλασικός ήχος της δεύτερης περιόδου (όπως θα περιγράψουμε πιο κάτω) του group, με εναλλαγή σπιντάτων heavy τραγουδιών αλλά και πιο εμπορικού ήχου, πάντα όμως μέσα απο την πεντακάθαρη heavy παραγωγή που χαρακτήριζε τους Saxon από το millenium και μετά. Επικές στιγμές με το ομώνυμο και το Valley of the Kings, πεσμένες mid tempo ταχύτητες κατά κύριο λόγο, ενώ ο κεραυνός Demon Sweeney Todd μπαίνει άνετα στο trend της εποχής "try not to headbang" challenge. Album που περνάει άνετα το μέσο όρο αλλά κάποια στιγμή χάνεται, ακόμα και ανάμεσα στις κυκλοφορίες της τελευταίας εικοσαετίας. Σε μια υπερπαραγωγική μπάντα όπως οι Saxon, είναι λογικό η ποιότητα να έχει σκαμπανεβάσματα από δίσκο σε δίσκο, αποτελεί δε προσωπική άποψη ότι το Into the Labyrinth δε "γέρασε" καλά, όπως συνηθίζουμε να λέμε.


Forever Free 1993

Έχουν ήδη περάσει κάποια χρόνια από τότε που οι Saxon αφήσαν τους πειραματισμούς πίσω τους και σε μία από τις χειρότερες ίσως χρονιές στην ιστορία για το κλασικό metal, κυκλοφορούν έναν δίσκο με ξεκάθαρη ηχητική προσέγγιση. Το Forever Free άλλοτε βρίσκεται στα ρηχά και άλλοτε θυμίζει τις ένδοξες μέρες τους NWOBHM με τρόπο μοναδικό, αλλά και με ήχο σύγχρονο. Το ομώνυμο, το One Step Away, το ξέφρενο Cloud Nine που κλείνει το δίσκο, αποτελούν υλικό που απέχει παρασάγγας από τα τερτίπια αμερικανικού τύπου και προέρχεται κατευθείαν από την θρυλική Power and the Glory εποχή. Αξίζει πραγματικά να ειπωθεί το προφανές, πως ο Nibbs Carter ήταν και είναι η κομβική κίνηση που έδωσε μια δεύτερη ζωή σε ένα παρηκμασμένο τότε συγκρότημα.


Metalhead 1999

Με το προηγούμενο Unleash the Beast να είναι το πλέον κομβικό, με την καλή έννοια, album στη συνολική καριερα των Saxon, το Metalhead έρχεται σαν τη φυσική συνέχεια του. Ένα χρόνο πριν την αλλαγή της χιλιετίας, οι Βρετανοί πρωτοπόροι έδειξαν πως από το 2000 κι έπειτα θα υπήρξε ιδιαίτερα ποιοτικό υλικό εκ μέρους τους, καθώς παγιώνουν την επιτυχία τους με έναν πολύ καλό δίσκο. Το Metalhead κρύβει μεγάλη ποιότητα μέσα του, δεν κουράζει σε κανένα σημείο, παρόλο που ίσως ο πιο heavy ήχος στην παραγωγή ξένισε κάποιους παραδοσιακούς οπαδούς. Όλα τα τραγούδια στέκονται σε υψηλό επίπεδο, ένα σκαλί πιο πάνω το ομώνυμο, το All Guns Blazing και κυρίως το Conquistador που όσο και να προσπαθήσει κανείς, θα φέρει στο νου, μουσικά και στιχουργικά, τον πιο διάσημο συνάδελφο του.


Call to Arms 2011

Από το εξώφυλλο με τον Άγγλο αξιωματικό που καλεί σε πόλεμο, μέχρι το εναρκτήριο χτύπημα του κεραυνού Hammer of the Gods, το Call to Arms, έντεκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του στέκει πολύ ψηλά στην εκτίμηση των οπαδών του group. Έχει αναμφισβήτητα κάτι από το μαγικό παρελθόν των Saxon, έχει τραγούδια που μπορούν να απογειώσουν τις συναυλίες τους, έχει τον Biff σε μεγάλα κέφια, έχει και τον Don Airey στα πλήκτρα να δίνει το κάτι παραπάνω. Ένα κλασικό album της δεύτερης περιόδου των Saxon, από το Unleash the Beast κι έπειτα, κατατάσσεται λίγο πολύ στη μέση της συγκεκριμένης "παρτίδας" Saxon δίσκων. Θα ξεχωρίσουν το ομώνυμο, το νοσταλγικό Back in 79, το επικό Mists of Avalon και το προαναφερθέν Hammer of the Gods, από τα καλύτερα εισαγωγικά τραγούδια του group.


Killing Ground 2001

Το Metalhead ήταν ένα album που παρά την ποιότητα του, είχε έναν αρκετά heavy ήχο για τα δεδομένα των Saxon. Με το Killing Ground επιστρέφουν σε πιο late 80s ηχητικά μονοπάτια, κάτι που φυσικά συνοδεύεται από πολύ καλό για μια ακόμα φορά υλικό. Ανεβασμένες σχετικά ταχύτητες, Paul Quinn και Doug Scaratt σε ιδιαίτερα κέφια, ενώ η διασκευή στο Court of the Crimson King κερδίζει το στοίχημα με έναν Biff πιο προσωπικό και βλοσυρό από ποτέ. Πρόκειται για τη δεύτερη φορά, μετά και από το Ride like the Wind, που οι Saxon θα δώσουν προσωπικό τόνο σε ένα παλιό τραγούδι. Εξαιρετικό το ομώνυμο, το επικό Deeds of Glory, το βαρύ και αργόσυρτο Shadows on the Wall. Μοναδική παραφωνία το Hell Freezes Over που παραπέμπει ευθέως σε ένα κακό ripoff του Hells Bells των AC/DC.


Crusader 1984

Για πολύ κόσμο το Crusader αποτελεί το πρώτο μεγάλο στραβοπάτημα των Saxon, για κάποιους άλλους είναι ένας τέραστιος δίσκος. Το θέμα είναι πως αν δεις το Crusader από μακριά, χρόνια μετά, δε μπορείς να μην λάβεις υπόψη σου τη σημειολογία του, αλλά και την ανισότητα του. Το ομώνυμο τραγούδι είναι ίσως το πλέον αναγνωρίσιμο του group, αλλά η επική επιβλητική του διάθεση δε συνεχίζεται στον υπόλοιπο δίσκο, ο οποίος βρίθει από μέτριες έως απλά καλές hard rock συνθέσεις. Sailing to America, Run for your lives και η διασκευή στο Set me Free των Sweet, ακούγονται πολύ ευχάριστα, όμως κακά τα ψέματα, αν δεν υπήρχε το ομώνυμο Crusader, ο δίσκος θα βρισκόταν πολλές θέσεις πιο κάτω στην παρούσα λίστα. Κάτι που κάνει την αξία του τραγουδιού αρκετά μεγαλύτερη από αυτή που έχει ως αυτόνομο άκουσμα.


Dogs of War 1995

Μεγάλος δίσκος, ιστορικά και μουσικά, θα κλείσει κατά πολλούς την πρώτη περίοδο των Saxon. Θα μπορούσε κανείς να πει πως το album έχει μέσα του κάτι από όλη την πορεία των Saxon μέχρι τότε. Είναι heavy, είναι σκοτεινός, έχει τα AOR σημεία του. Έχει δυστυχώς και την ιστορία απόλυσης του Graham Oliver που θα ήταν μεν στο οπισθόφυλλο του δίσκου αλλά η παρουσία του σε αυτόν είναι σχεδόν μηδαμινή. Ο ομώνυμος κλασικός ύμνος στέκει ως ένα από τα 10 καλύτερα τραγούδια των Saxon, ενώ το Burning Wheels και το ταξιδιάρικο Hold on θα ξεχωρίσουν για την ποιότητα τους. Εν έτει 1995 και με το χάρτη της ροκ μουσικής να έχει αλλάξει για τα καλά, οι Saxon επιμένουν σε μια φόρμουλα που τους έδωσε εξαρχής την οπαδική τους βάση, αποφεύγοντας να τη χάσουν για δεύτερη φορά. Τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμη.


Innocence is no Excuse 1985

Τo Innocence is no Excuse αποτελεί σίγουρα έναν αμφιλεγόμενο δίσκο για την οπαδική βάση των Saxon, ωστόσο εάν το εξετάσει κανείς μακριά από τις τάσεις της εποχής, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί την αξία. Πολύ καλό album, με ένα σύνολο τραγουδιών που δύσκολα κάποιο από τα εναπομείναντα groups του NWOBHM θα μπορούσε πλέον να προσφέρει. Ακόμα και οι Def Leppard οι οποίοι είχαν απωλέσει το μεγαλύτερο ποσοστό του heavy χαρακτήρα του. Μέσα από μια καλογυαλισμένη παραγωγή (απίστευτα ογκώδης ο ήχος των τυμπάνων), οι Saxon κυκλοφορούν έναν δίσκο που δικαιολογεί επακριβώς τη χρονική συγκυρία κατά την οποία κυκλοφόρησε. Ένα Broken Heroes που μπήκε στο setlist του group και δεν ξαναβγήκε ποτέ, Back on the Streets και Rock n Roll Gypsy ο ορισμός του ποιοτικού εμπορικού, Call of the Wild ίσως το πιο αδικημένο τραγούδι τους..


The Inner Sanctum 2007

Εξηγήθηκε λίγο πολύ στις ανωτέρω γραμμές τι εννοείται ως η δεύτερη περίοδος των Saxon. Tο Inner Sanctum είναι ξεκάθαρα μία από τις top στιγμές αυτής της περιόδου, καθώς η σκληρότερη προσέγγιση που επιχειρήθηκε στο Metalhead, εδώ βρίσκει και κουμπώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, στο πολύ καλό υλικό του δίσκου. Ένα από τα ατού του οποίου είναι η δεύτερη νεότητα του Nigel Glockler, σημαία της μπάντας πίσω από τα τύμπανα. State of Grace, Need for Speed και Let me feel your Power συνθέτουν μία τριάδα η οποία ως εισαγωγική του δίσκου δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Πολύ καλά και τα Red Star Falling και I've got to Rock, με το δεύτερο να μονοπωλεί τα encore του group για μια αρκετά μεγάλη περίοδο. Ιδανικό κλείσιμο με το Attila the Hun, δίνει ίσως στους Saxon το δικό τους Alexander the Great.


Lionheart 2004

Λίγο πιο πριν από το Inner Sanctum, οι Saxon κάνουν μια μαγική κίνηση και προσλαμβάνουν τον πολύ Jorg Michael στα τύμπανα. Το αποτέλεσμα είναι μαζί με το κλασικό metal των επικών διαστάσεων, τα τύμπανα του Michael, με τις χαρακτηριστικές δίκασες ομοβροντίες του, να δίνουν έναν πολύ δυναμικό power metal χαρακτήρα, στο έτσι κι αλλιώς εξαιρετικό υλικό του Lionheart. Σε μεγάλα κέφια η μπάντα, θα δώσει κάτα κάποιο τρόπο το νέο Crusader με το ομώνυμο κομμάτι (μέχρι το 2022 όπως θα δούμε), το To live by the sword θα αποτελέσει σίγουρα την πιο power στιγμή του album, ενώ τέλος το English Manowar θα γίνει συναυλιακό απαραίτητο για μια περίοδο, αγαπημένο δε τραγούδι πολλών από εμάς. Το συγκεκριμένο line-up αποδείχτηκε βραχύβειο, ωστόσο είχαμε την τύχη να το δούμε ζωντανά και στη χώρα μας.


Sacrifice 2013

Πόσο μπορεί να εντυπωσιάσει το υλικό των Saxon εν έτει 2013; Η απάντηση έρχεται αποστομωτική από το συγκρότημα, με έναν εξαιρετικά heavy, σκοτεινό, με πολύ καλά riffs και δυνατό songwriting, ένα πραγματικό διαμάντι της δισκογραφίας τους, το Sacrifice. Με εξαιρετικό ήχο αλλά το κυριότερο με μεγάλη έμπνευση σε riffs και ρεφρέν, το group θα μας δώσει ένα απίστευτα δυναμικο πακέτο, που κερδίζει άνετα τη σύγκριση με τα υπόλοιπα albums εκείνης της περιόδου. Με ύμνους όπως η καταγιστική τριάδα Stand up and fight, Guardians of the Tomb και Warriors of the Road που δείχνει να βγήκε από τη χρυσή εποχή του group, με το κλασικό ομώνυμο αλλά και το ταξιδιάρικο Made in Belfast, το στοίχημα για το Sacrifice κερδίζεται κάτι παραπάνω από άνετα.


Thunderbolt 2018

Τα προβλήματα γύρω από το Battering Ram δείχνουν να έχουν μειωθεί ή εξαφανιστεί. Ο τίτλος και το εξώφυλλο φαντάζουν μεγαλεπίβολα. Το αποτέλεσμα όχι απλά δικαιώνει τους fans για την αναμονή αλλά στέκει και ως ένα από τα πλέον φωτεινά πετράδια στο στέμμα της δισκογραφίας του group. Με εμπειρία δεκαετιών, με ηγετικό προφίλ και περίοπτη θέση στους εναπομείναντες ήρωες του κλασικού ήχου, οι Saxon προσφέρουν έναν δίσκο που δεν έχει το παραμικρό ψεγάδι, με την ποιότητα των τραγουδιών στα ύψη. Και όλα αυτά καθώς οι τρεις παλιές καραβάνες του group βρίσκονται λίγο πριν τα 70 τους. Πολύ καλά riffs από Quinn και Scaratt, ο Biff Byford σε μεγάλη φόρμα, τουλάχιστον 4-5 νέοι συναυλιακοί ύμνοι στο οπλοστάσιο της μπάντας. Ανάμεσα τους και το They Played Rock n Roll, ύψιστος φόρος τιμής στους μακαρίτες (κυριολεκτικά και μεταφορικά) Motorhead.


Saxon 1979

Και κάπου εδώ ξεκινάνε όλα, με τον επιβλητικό πολεμιστή του εξωφύλλου να προμηνύει το σκληρό επικό ήχο της πρώιμης άγουρης περιόδου αυτού του τεράστιου group. Επιβλητική αρχή με το αγαπημένο Frozen Rainbow, ενώ σιγά σιγά ξεδιπλώνεται η πολύ κιθαριστική δουλειά και χημεία των Paul Quinn και Graham Oliver. Το "Saxon" έχει και κάτι από αυτή τη βρώμικη παραγωγή που αγαπήσαμε σε hard rock δίσκους των 70s, με τα τραγούδια ωστόσο να έχουν ξεκάθαρο μεταλλικό (της εποχής πάντα) προσανατολισμό. Judgement Day (με το φοβερό τελευταίο μέρος), ο κεραυνός Stallions of the Highway και το αδικημένο ακόμα κι από το fan base του group Militia Guard, δείχνουν ένα συγκρότημα που ήρθε για να μείνει. Ήχος στιβαρός, προσωπικός, από ένα συγκρότημα που βγήκε από τα σπλάχνα ενός από τα πλέον αυθεντικά μουσικά κινήματα.


Carpe Diem 2022

Δεν είναι παρόρμηση η υψηλή θέση ενός δίσκου που δεν έχει ούτε μήνα κυκλοφορίας. Ούτε κάποιο προσωπικό βίτσιο. Ύστερα από εκτεταμμένη και λεπτομερή ακρόαση, το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα. Το Carpe Diem είναι σίγουρα στο top 3-4 των δίσκων των Saxon, από το Unleash the Beast και έπειτα. Ένας οδοστρωτήρας, 43 ολόκληρα χρόνια ύστερα από το πρώτο album της μπάντας, η οποία δε δείχνει το παραμικρό σημάδι κόπωσης. Ίσα ίσα καταφέρνει να κυκλοφορήσει ένα album ορόσημο, συνδυάζοντας τα καλύτερα στοιχεία από όλη σχεδόν την καριέρα της. Το Pilgrimage επισκέπτεται εποχές Crusader και Broken Heroes, Super Nova και Dambusters δείγματα σπιντάτου ατόφιου Βρετανικού μετάλλου, ενώ γενικότερα με την παντελή απουσία fillers, κάθε fan μπορεί να βρει το αγαπημένο του τραγούδι, ανάμεσα σε δέκα ισάξια. Το Carpe Diem δεν είναι απλά αυτό που περιμέναμε από Saxon εν έτει 2022, αλλά κάτι πολύ περισσότερο από αυτό σε αξία και ποιότητα.

Solid Ball of Rock 1990

Κατά μία έννοια, ο δίσκος που έσωσε τους Saxon. Το συγκρότημα έχει παρακμάσει, η αμερικανική στροφή δεν απέδωσε τα αναμενόμενα κι ο Biff Byford κάνει την κίνηση ματ, σώζοντας την παρτίδα. Φέρνει στις τάξεις του group τον μόλις 22χρονο τότε Tim "Nibbs" Carter, φανατικό οπαδό των Saxon, ο οποίος με το νεανικό του ενθουσιάσμο παρασύρει και τους υπόλοιπους να συνθέσουν το δίσκο της μεγάλης επιστροφής. Το Solid Ball of Rock κοιτάει στα μάτια το πλούσιο παρελθόν της μπάντας, προμηνύοντας τη δεύτερη νεότητα που έρχεται, ακόμα κι αν αυτή θα αργήσει ουσιαστικά κάποια χρόνια αργότερα. Το album είναι heavy, με πολλά και χαρακτηριστικά riffs από Quinn και Oliver, κυρίως δε με το ουσιαστικό metal songwriting να επανέρχεται σε επίπεδα Innocence is no Excuse αλλά και πρωτύτερα. Το ομώνυμο εξαιρετικό, το Altar of the Gods και το Baptism of Fire είναι αγνό ατόφιο metal, o Nibbs δείχνει ότι θα ξανακάνει τους Saxon μεγάλους. Το Requiem (we will remember) θα αφιερωθεί σε όλα τα rock ονόματα που μας άφησαν νωρίς. Ένας πολύ μεγάλος δίσκος.


Unleash the Beast 1997

Το σημείο μηδέν για τους Saxon. Η απόλυτη επιστροφή ενός group που πέρασε διά πυρός και σιδήρου ώστε να χτίσει και να διατηρήσει το brand της σε υψηλά επίπεδα. Η επίσημη έναρξη της δεύτερης περιόδου που συνεχίζει το ταξίδι της μέχρι σήμερα, μέσω της κυκλοφορίας πολύ καλών έως εξαιρετικών δίσκων. Το Unleash the Beast, έπιασε από τα κέρατα την περίοδο της επιστροφής του κλασικού ήχου (1997 γαρ) και οι Saxon, καθαροί από grunge πειραματισμούς της εποχής και πιθανές αλλαξοδρομήσεις, καταθέτουν ένα album που αποτελεί statement. Για την ταυτότητα τους, το παρελθόν τους, τις προθέσεις τους. Πολύ πιο μεταλλικό από τον προκάτοχο του Dogs of War, το Unleash the Beast δίνει πολύ εύκολα την εντύπωση ενός group που επιστρέφει ώστε να διεκδικήσει τις δάφνες που του αναλογούν και προσωρινά έχει απωλέσει. Είναι αμαρτία να ξεχωρίσει κανείς συγκεκριμένο τραγούδι από αυτόν τον μεταλλικό ογκόλιθο, το ομώνυμο ήταν αρκούντως τυχερό, ώστε να βαφτιστεί από τη μήτρα και να ξεχωρίσει κατ'ελάχιστα.


Power and the Glory 1983

Τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα καθώς φτάνουμε στην πρώτη τετράδα με το Power and the Glory να συνεχίζει με την ορμή που του έδωσαν οι προκάτοχοι του. Ατόφιο βρετανικό ατσάλι μέσα από 8 δυναμίτες που δείχνουν ένα πολύ σφιχτοδεμένο σύνολο με την έμπνευση στα ύψη. Το ομώνυμο άσμα θα συνοδευτεί από ένα βίντεο με τελείως eighties αισθητική, ενώ τραγούδια όπως το This Town Rocks και το έπος Warrior θα γίνουν συναυλιακά απαραίτητα. Το album δεν ακούγεται σε καμία περίπτωση εμπορικό, ίσως υστερεί ελάχιστα από αυτά που προηγήθηκαν στο θέμα της πιο καλογυαλισμένης παραγωγής. Highlight του δίσκου δεν είναι άλλο από το The Eagle has Landed, εμπνευσμένο από την ομώνυμη ταινία, με τον αργόσυρτο υμνικό ρυθμό του να παρασύρει την ακροατή, οδηγούμενο σε μια ιδανική κορύφωση με το βασικό riff πρωταγωνιστή. Σήμερα μοιάζει ως ο ιδανικός σύνδεσμος μεταξύ της NWOBHM και της Αμερικανικής φάσης των Saxon, κάτι ως ιδιότητα δεν αναιρεί το παραμικρό από την ποιότητα του.


Strong arm of the Law 1980

Η φόρα που έχει πάρει το συγκρότημα από τις εκπληκτικές δύο πρώτες κυκλοφορίες τους είναι πρωτόγνωρη. Βρίσκονται στην κορυφή του είδους που τους ανέδειξε (σίγουρα πιο δημοφιλείς από τους Iron Maiden εκείνη την περίοδο) και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, κυκλοφορούν ένα ακόμα αριστούργημα. Δίσκος που ξεκινάει με το Heavy Metal Thunder είναι ικανός να διαμορφώσει μουσικό υπόβαθρο και συγκινήσεις. Οι δημοφιλείς εκπρόσωποι από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, θα σχεδιάσουν τη δική τους επανάσταση, βασισμένοι στα riffs του εν λόγω δίσκου. Δεν υπάρχει συναυλία των Saxon από την οποία λείπει το προαναφερθέν Thunder, όπως και τα 20.000 ft και Dallas 1pm. Το δε Taking your Chances, αποτελεί μια σύνθεση που έχει μείνει στα αζήτητα σήμερα και πολύ κακώς, καθώς αποτυπώνει στο σύνολο της την ενέργεια και τη δυναμική του group εκείνη την πρώιμη εποχή. Το Strong Arm of the Law θα ήταν το καλύτερο album του group, εάν αυτό δεν είχε πιάσει τις κορυφές του, αμέσως πριν και αμέσως μετά από αυτό.


Wheels of Steel 1980 - Denim and Leather 1981

Στο δεύτερο τους album, το θρυλικό Wheels of Steel, οι Saxon δηλώνουν ξεκάθαρα πως ήρθαν να ηγηθούν της νέας αγγλικής μουσικής επανάστασης. Από το λιτό και κατατοπιστικό εξώφυλλο, μέχρι τη φωτογραφία του οπισθοφύλλου με την street αισθητική, τα πάντα είναι στη θέση τους. Τα τραγούδια αποτελούν την επιτομή του αγγλικού ήχου που τότε άφηνε δειλά δειλά το classic/hard rock υπόβαθρο των 70s και έφτιαχνε με τα καλύτερα υλικά το βρετανικό ατσάλι, βάση για όλες τις εκφάνσεις του metal έκτοτε.


Ακριβώς τα ίδια ισχύουν και για το Denim and Leather, με τα classics να διαδέχονται το ένα το άλλο, μέχρι την κορύφωση του υμνικού ομώνυμου τραγουδιού. Από το εξώφυλλο, τις φωτογραφίες και την αισθητική, το Denim and Leather διακατέχεται από μια ξεκάθαρη μουσική ταυτότητα, την οποία τιμάει το συγκρότημα μέχρι σήμερα. Η ισοπαλία είναι το λιγότερο που μπορεί να καταθέσει κάποιος όταν παρουσιάζει δύο τέτοια μνημεία του χώρου, το καλύτερο εκ των δύο σε αυτή την περίπτωση αποτελεί ξεκάθαρα υποκειμενική άποψη, όπως και γενικότερα η κατάταξη στο παρόν άρθρο. Τη συγκεκριμένη περίοδο, οι Saxon ήταν από τα πιo hot ονόματα στο παγκόσμιο ροκ στερέωμα. Εξαργυρώνουν την επιτυχία τους με περιοδεία στην Αμερικανική Ήπειρο. Το Μάρτιο του 1982 θα παίξουν στο φημισμένο Whiskey A Go-Go τους Los Angeles. Ως support θα έχουν ένα ιδιαίτερα ενθουσιώδες νεαρό group που δείχνει να αρέσκεται τόσο στον κλασικό ήχο, όσο και στην ορμή του punk. Το όνομα τους ήταν Metallica.


Μπάμπης Καλογιάννης

959 Προβολές0 Σχόλια