Worst to Best : Whitesnake / David Coverdale

Με αφορμή την επικείμενη (και μάλλον τελευταία) εμφάνιση του θρύλου David Coverdale στη χώρα μας, το Vinylian επιχειρεί μια βουτιά στη δισκογραφία του μετά τους Deep Purple. Στο προσκήνιο φυσικά οι μεγάλοι Whitesnake.


Γράφει ο Στέλιος Βογιατζάκης



Πώς μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιος την προσωπική καριέρα του David Coverdale, ο οποίος μάλλον μας αποχαιρετά οριστικά μετά την περιοδεία που θα περάσει από την Αθήνα στις 9 Ιουλίου; Η κατάλληλη λέξη είναι «τρικυμιώδης». Ο Coverdale τα έζησε όλα, από την απόλυτη δόξα έως την καλλιτεχνική απαξίωση και από τον θαυμασμό για την –συχνά τοξική- αρρενωπότητα του έως τη χλεύη για την προσπάθεια του να γίνει ο Robert Plant της γενιάς του MTV. Η αλήθεια είναι ότι ένα στεγνό «10» δεν υπάρχει σε αυτό το countdown. Ο ένας δίσκος που το πλησιάζει είναι το “Live In The Heart Of The City”, το ένα album που κατά τη γνώμη μου είναι απολύτως απαραίτητο και ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσει κάποιος τον David Coverdale.

Whitesnake – The Purple Album (2015)

Πραγματικά δεν ξέρω πως σκέφτηκε ο Coverdale ότι ένας δίσκος με επανεκτελέσεις τραγουδιών των Deep Purple θα μπορούσε να είναι μια καλή ιδέα. Δεν μπορεί να σκέφτηκε ότι τα αριστουργήματα του Mark III έχουν μείνει σκονισμένα και ξεχασμένα από όλους πλην όσων τα άκουσαν στην εποχή τους και έχει έρθει ο καιρός να ακουστούν ξανά. Δεν μπορεί να σκέφτηκε ότι απλά μια σύγχρονη ηχογράφηση θα μπορούσε να βελτιώσει τραγούδια ηλικίας 40 ετών, τα οποία ποτέ κανείς δεν θεώρησε γερασμένα. Το “The Purple Album” θα μπορούσε να είχε ένα ενδιαφέρον αν ακούγαμε κάποιους ριζικούς πειραματισμούς πάνω σε αυτά τα τραγούδια. Αλλά μπα, το καλύτερο που σκέφτηκε ο Coverdale ήταν να παρουσιάσει ένα ακουστικό “Sail Away”. Δίσκος για τα σκουπίδια, χωρίς δεύτερη σκέψη.


Whitesnake – Slip of the Tongue (1989)

Μεταγραφή αεροδρομίου ο Steve Vai, αλλά το αποτέλεσμα είναι κοντά στο μηδέν. Δύο χρόνια μετά τον εμπορικό θρίαμβο του “1987” οι Whitesnake επιστρέφουν με έναν κιθαρίστα – star που δεν δένει πουθενά με το συγκρότημα και βγάζουν ένα δίσκο που μυρίζει φορμόλη. Είναι κρίμα που εδώ υπάρχουν δύο σπουδαία τραγούδια, το “Sailing Ships” και το “Wings Of The Storm”, τα οποία πνίγονται σε έναν ωκεανό αθλιότητας, ένα νέο ξεπατίκωμα των Led Zeppelin, αυτή τη φορά του “Kashmir”, και μια εγκληματική επανεκτέλεση του “Fool For Your Loving”. Το ότι μετά από αυτό το φιάσκο τελείωσαν οριστικά ως συγκρότημα πρώτης γραμμής και έκαναν σχεδόν μια δεκαετία να επανεμφανιστούν ήταν η δίκαιη τιμωρία του Coverdale.


Whitesnake – Restless Heart (1997)


Βελτιωμένο συγκριτικά με τη φρίκη του “Slip Of The Tongue”, αλλά το “Restless Heart” έχει όλα τα συμπτώματα ενός δίσκου που δείχνει ότι η έμπνευση έχει στερέψει. Διεκπεραιωτικός, κουρασμένος και εντελώς εκτός κλίματος αν συγκριθεί με οτιδήποτε άλλο συνέβαινε εκείνη την εποχή στη σκληρή, ο δίσκος δείχνει παραίτηση και δεν αφήνει πίσω του ούτε μισή αξιομνημόνευτη στιγμή. Έστω και για κακό.




David Coverdale – White Snake (1977)

Είναι αρκετό το “Blindman”, άντε και το “Peace Lovin’ Man”, για να πει κάποιος ότι ο David Coverdale θα μπορούσε να τα καταφέρει χωρίς τους Deep Purple; Μάλλον όχι. Σε αυτόν τον πρώτο solo δίσκο του ακούμε μάλλον τυπικό hard rockin’ blues που δεν είναι ούτε αρκετά hard rockin’ ούτε αρκετά bluesy. To “White Snake” είναι αμήχανο και άνευρο, κάτι που πιθανώς θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο από έναν νεαρό ακόμη τραγουδιστή που ακόμα αναζητούσε τα πατήματα του, μετά την τραυματική διάλυση των Deep Purple.


Whitesnake – Good To Be Bad (2008)

Δεν ξέρω γιατί έπρεπε να επιστρέψουν οι Whitesnake, ενώ ο Coverdale φαινόταν να βρίσκει έναν πολλά υποσχόμενο προσωπικό δρόμο με το “Into The Light”, αλλά μάλλον το brandname αποδείχτηκε πολύ ισχυρότερο και πιο προσοδοφόρο. Έτσι, 11 χρόνια μετά το πλήρως αδιάφορο “Restless Heart” έρχεται το “Good To Be Bad”, το οποίο δεν είναι πλήρως αδιάφορο, αλλά δεν είναι και καθόλου αξιομνημόνευτο. Το single “All I Want All I Need” είναι συμπαθέστατο και αν ο σκοπός ήταν απλά να ακούγονται συμπαθείς, τότε αποστολή εξετελέσθη. Αλλά αυτός ήταν ένας πήχης που μπήκε πολύ χαμηλά.


Whitesnake – Forevermore (2011)

Όσα ισχύουν για το “Good To Be Bad” ισχύουν ίδια και απαράλλακτα για το “Forevermore”. Η νέα εκδοχή των Whitesnakeμε τον Reb Beach και τον Doug Aldrich είναι συμπαθείς, ακούγονται ευχάριστα, αλλά μέχρι εκεί. Αλήθεια, για τέτοιους δίσκους μπορείς να τα πεις όλα σε δύο αράδες.








Whitesnake – Flesh & Blood (2019)

Το 2019 η φωνή του David Coverdale είναι ώρες – ώρες δύσκολα αναγνωρίσιμη και -αν βγάλουμε τα χρόνια της πανδημίας που έχουν μεσολαβήσει- γίνεται σαφές το γιατί η περιοδεία που θα περάσει από τα μέρη μας θα είναι και η αποχαιρετιστήρια. Από αυτή την άποψη το “Flesh & Blood” είναι ένα απελευθερωτικό albumμ που, χωρίς να το βαραίνει η οποιαδήποτε απαίτηση, ακούγεται ευχάριστα σχεδόν από την αρχή έως το τέλος. Και μολονότι η διάρκεια της μίας ώρας είναι μάλλον εξουθενωτική, μπορούμε να κρατήσουμε το ”When I Think Of You (Color Me Blue)”, το “Always & Forever”, το “Heart Of Stone” και το ”After All” ως τις αξιοπρεπέστατες τελευταίες δηλώσεις ενός τραγουδιστή και ενός συγκροτήματος που πολύ συχνά αδίκησε το ταλέντο του.


David Coverdale – Northwinds (1978)

Θεαματικές αλλαγές σε σύγκριση με το “White Snake” δεν υπάρχουν στον δεύτερο solo δίσκο του Coverdale. Υπάρχουν όμως καλύτερα τραγούδια, μεγαλύτερη συνοχή και, σίγουρα περισσότερη αυτοπεποίθηση, είτε μιλάμε για το funky “Keep On Giving Me Love” ή το μικρό θαύμα που λέγεται “Only My Soul”. Πάντως την απόφαση να στραφεί προς το hard rock δεν φαίνεται να την έχει πάρει οριστικά. Μόνο το “Queen Of Hearts” και το “Breakdown” ρίχνουν κάτι ψίχουλα για το τι μέλλει γενέσθαι.



Whitesnake – 1987 (1987)

Αυτός είναι ο δίσκος του θείου που θέλει να καθίσει με τη νεολαία και, όπως ξέρουμε όλοι, σπάνια βγαίνει κάτι καλό από αυτές τις ιστορίες. Εντάξει, πούλησε πάνω από 10 εκατομμύρια, έκανε τους Whitesnake παγκόσμιους stars, λατρεύεται από τους fans μέχρι σήμερα, αλλά, συγγνώμη, εγώ έχω πρόβλημα. Έχω πρόβλημα με ένα δίσκο που έχει μόνο δύο εξαιρετικά καινούργια τραγούδια , το “Bad Boys” και το “Give Me AllYour Love”. Έχω πρόβλημα με το ότι μάλλον έλειπαν τόσο πολύ οι νέες ιδέες που αναγκάστηκαν να επανηχογραφήσουν δύο παλιότερα τραγούδια, τα οποία εκμοντέρνισαν αλλά δεν βελτίωσαν. Έχω ξεκάθαρα πρόβλημα με το “Still Of The Night” διότι το “Black Dog” δεν χρειαζόταν έναν κλώνο και διότι ο Coverdaleαποφάσισε να εγκαταλείψει τη δική του ταυτότητα για να αντιγράψει τον Robert Plant, ένα εγχείρημα που είναι αδύνατο για τον οποιονδήποτε. Και έχω πρόβλημα ακόμη και με την εμμονή τους να φαίνονται τόσο όμορφοι στα videoclips που δεν καταδέχτηκαν να δείξουν ούτε ένα πλάνο του άμοιρου Tommy Aldridge, ο οποίος δεν γεννήθηκε ωραίος όσο οι υπόλοιποι. Το “1987” είναι ένας δίσκος μπόλικης πόζας και ελάχιστης ουσίας, ο οποίος έβγαλε και με το παραπάνω τα λεφτά του και ακούγεται πολύ ευχάριστα αν θέλεις να αφήσεις στην άκρη όποια κριτική σκέψη, αλλά τελικά έγινε η θηλιά με την οποία κρέμασαν την καριέρα τους. Και αυτό αποδείχτηκε παρακάτω.


Whitesnake – Come an’ Get It (1981)

Ήταν βέβαιο ότι οι Whitesnake δύσκολα θα κατάφερναν να παραμείνουν στα θεόρατα ύψη του “Ready an’ Willing”. Αλλά έπεσαν λίγο πιο άγαρμπα από όσο θα φανταζόταν κάποιος. Το “Come an’ GetIt” αντέχει χάρη σε τρία σπουδαία τραγούδια: το “’Till The Day I Die”, το “Lonely Days, Lonely Nights” και πάνω από όλα το “Don’t Break My Heart Again”, το οποίο ανήκει στη συζήτηση για το ποιο είναι το καλύτερο τραγούδι της καριέρας τους, ξεχωρίζουν εξώφθαλμα από τα υπόλοιπα, τα οποία δεν είναι αναγκαστικά κακά αλλά αρχίζουν να γίνονται επαναλαμβανόμενα και βαρετά.


David Coverdale – Into The Light (2000)

Το εξώφυλλο –όπου επιτέλους ο Coverdale εγκαταλείπει το image του ομορφόπαιδου και δείχνει τις ρυτίδες που αφήνουν τα χρόνια- προδιαθέτει θετικά και, ειλικρινά, δεν υπάρχει εδώ οτιδήποτε ενοχλητικό. Χωρίς τις υποχρεώσεις που φέρνει το όνομα των Whitesnake, ο Coverdale αισθάνεται πιο άνετα να χαμηλώσει τους τόνους, να γράψει τραγούδια που ταιριάζουν περισσότερο στην φωνή ενός ανθρώπου που βαδίζει ολοταχώς για τα 50 και να ακουστεί επιτέλους ως ο κατασταλαγμένος βετεράνος που ανακαλύπτει επιτέλους την ωριμότητα που φέρνει η ηλικία. Το “River Song”, το “Midnight Blue” και το “Too Many Tears” είναι τα τραγούδια που θα έπρεπε να έχει γράψει μια δεκαετία νωρίτερα. Καλοδεχούμενα κι ας άργησαν.


Coverdale / Page – Coverdale / Page (1993)

Αν είναι να έχεις εμμονή με τους Led Zeppelin, τουλάχιστον κάντο με τον σωστό άνθρωπο. Αυτό είναι το δίδαγμα της αναπάντεχης συνεργασίας του David Coverdale με τον Jimmy Page που ήρθε το 1993. Ενώ το Coverdale / Page θα ήταν λογικά ο δίσκος δύο κουρασμένων παλληκαριών που αναζητούν relevance στα χρόνια της παντοκρατορίας του grunge, μας προκύπτει τελικά ως μια πολύ ευχάριστη έκπληξη που, μάλιστα, ακούγεται όλο και καλύτερη με το πέρασμα των χρόνων. Ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή το καλύτερο album των Led Zeppelinπου δεν ήταν των Led Zeppelin. Ποια είναι η ειρωνεία όμως; Αμέσως μετά από αυτό το album ο Page συνεργάστηκε ξανά με τον Plant και μας έδωσαν δύο πραγματικά σπουδαίους δίσκους –χωρίς δεύτερη σκέψη, καλύτερους από το Coverdale / Page, ενώ ο Coverdale πήρε οριστικά τον δρόμο για το nostalgia circuit.


Whitesnake – Trouble (1978)

H κακή διασκευή του “Day Tripper” είναι το μοναδικό μεγάλο φάουλ σε αυτόν τον πρώτο δίσκο των Whitesnake, οι οποίοι μετά από τις solo αναζητήσεις του Coverdale και με την προσθήκη των Jon Lord, Neil Murray και Bernie Marsden δίπλα στον υπαρχηγό Micky Moody, γίνονται σιγά – σιγά η hard rock μηχανή που ήταν σχεδόν αλάνθαστη στο πρώτο μισό των 80’s. Και λέω σιγά – σιγά διότι ακόμα η μπάντα περνά παιδικές ασθένειες, με τραγούδια όπως το “Free Flight”, το “Nighthawk” και το “Belgian Tom’s Hat Trick” που ακούγονται μπερδεμένα και παράταιρα. Από την άλλη, η τριάδα “Take Me WithYou”, “Lie Down” και –κυρίως- “TheTime Is Right For Loveείναι οι ψυχωμένοι και sexy Whitesnake που αγαπήσαμε.


Whitesnake – Lovehunter (1979)

Αφού πω ότι εξώφυλλα σαν αυτό του “Lovehunter” καλό είναι να μην σχεδιάζονται –και οι στίχοι του καλό είναι να μην γράφονται- θα συμπληρώσω ότι του πήρε λίγα χρόνια, αλλά επιτέλους ο David Coverdale μπορούσε να υπερηφανευτεί ότι είχε στη ζώνη του έναν ολοκληρωμένο και στιβαρό δίσκο. Η blues πλευρά των Whitesnake αναδεικνύεται εδώ περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στη δισκογραφία τους, είτε με τις slide πινελιές του Moody είτε με το riff του “Medicine Man” είτε με το συνολικό ύφος τραγουδιών όπως το ομώνυμο, το “Help Me Thro’ The Day” και –προφανώς- το “Walkin’ In TheShadow Of The Blues”. Τα πράγματα δουλεύουν τόσο καλά που ακόμα και το “Outlaw”, στο οποίο ο Marsden παίρνει το μικρόφωνο από τον Coverdale,ακούγεται μια χαρά, χωρίς να ξενίζει.


Whitesnake – Saints & Sinners (1982)

Στο κύκνειο άσμα του κλασικού line-up των Whitesnake ακούμε μια μπάντα που, γνωρίζοντας μάλλον ότι δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια, φεύγει με ένα bang και όχι με ένα whimper. Πολύ πιο ζωντανό από το κατά βάση χλωμό “Come an’ GetIt”, το “Saints an’ Sinners” παίρνει λίγη από την ενέργεια του κραταιού τότε NWOBHM και τη διοχετεύει σε ενθουσιώδη hard rock τραγούδια όπως το “Rough an’ Ready”, το “Bloody Luxury” και το “Rock ‘n’ Roll Angels”. Για το “Crying In The Rain” και το “Here I Go Again” χρειάζεται άραγε να πούμε κάτι;


Whitesnake – Slide It In (1984)

Αν το άφηνα μόνο στα αυτιά μου δεν θα δίσταζα ούτε στιγμή να βάλω το “Slide It In” στην κορυφή της λίστας. Ένας δίσκος που έχει το “Standing In The Shadow”, το “Love Ain’t No Stranger” και το “Guilty Of Love” δεν αξίζει τίποτα λιγότερο, ειδικά από τη στιγμή που αυτά τα τρία τραγούδια αποκαλύπτουν μια πιο εύθραυστη πλευρά του alpha male David Coverdale που είχαμε να ακούσουμε από το “Mistreated”. Η άλλη πλευρά, όμως, είναι πολύ πιο σκοτεινή, διότι το ομώνυμο και –κυρίως- το “Spit It Out” είναι βαθιά προσβλητικά για κάθε γυναίκα και –δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό μου- δεν έχουν καμία θέση στον κόσμο του 2022. Και αυτό μου γεννά ένα ερώτημα: ποιος είναι ο πραγματικός Coverdale; Αυτός του “Love Ain’t No Stranger” ή ο άλλος του “Spit It Out”;


Whitesnake - Ready an’ Willing (1980)

Θα ήθελα να γράψω ότι ο δίσκος που ξεκινάει με το “Fool For Your Loving” είναι αξιωματικά ο καλύτερος τους και να βάλω τελεία, αλλά χρειάζεται κάτι παραπάνω. Οπότε, προσθέτω ότι η άφιξη του Ian Paice δίνει στους Whitesnake την αύρα και την αυτοπεποίθηση των διαδόχων των Deep Purple, ότι η επανεκτέλεση του “Blindman” είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που το συγκρότημα καταφέρνει να βελτιώσει ένα παλαιότερο τραγούδι του, και ότι το ομώνυμο, το “Sweet Talker”, το “Ain’t Gonna Cry No More” και το “Black and Blue” είναι διαμάντια πρώτης γραμμής. Με όλα αυτά είμαι διατεθειμένος να ξεχάσω ότι στο “Love Man” –το ούτως ή άλλως χειρότερο τραγούδι του δίσκου- ο Coverdale, ένας κατάλευκος τύπος από τα Midlands για όσους δεν το θυμάστε, αυτοαποκαλείται “hoochie coochie man”, κάτι που αποτελεί ξεδιάντροπη πολιτιστική οικειοποίηση.

468 Προβολές1 Σχόλιο